Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζιζάνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζιζάνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Η Μονσάντο και η μυστηριώδης απόσυρση μιας έρευνας

Eπιμέλεια: Νικολέττα Ρούσσου
 
Η Μονσάντο, η κολοσσιαία εταιρεία παραγωγής γενετικά τροποποιημένων προϊόντων, χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα για να αναπτυχθεί ολοένα και περισσότερο, ασκώντας έλεγχο στην επιστημονική κοινότητα, ενώ εξαπλώνει παράλληλα τις καλλιέργειες της σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, παρά τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων. 



Το Νοέμβριο του 2012, η εφημερίδα The Journal of Food and Chemical Toxicology, δημοσίευσε έρευνα με τίτλο «Η μακροπρόθεσμη τοξικότητα του ζιζανιοκτόνου Roundup και του γενετικώς τροποποιημένου αραβόσιτου, ανεκτικό στο Roundup», η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Ζιλ Έρικ Σεραλίνι και την επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Cean της Γαλλίας. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική έρευνα, καθώς είναι η μοναδική μέχρι στιγμής, που μελέτησε τον αντίκτυπο που έχει στην υγεία η διατροφή που βασίζεται στο γενετικώς τροποποιημένο σιτάρι, το οποίο έχει ψεκαστεί με το ζιζανιοκτόνο Roundup της Μονσάντο.
Ο Σεραλίνι δημοσιοποίησε τα αποτελέσματα της έρευνας του, ενώ ακολούθησε τετράμηνος ενδελεχής έλεγχος από επιστήμονες αναφορικά με την εγκυρότητα της.
Η ομάδα του Σεραλίνι εξέτασε πάνω από 200 αρουραίους, οι οποίοι είχαν τραφεί με γενετικώς τροποποιημένο σιτάρι σε μια περίοδο 2 χρόνων, δηλαδή πολύ περισσότερο από την αντίστοιχη τρίμηνη έρευνα που πραγματοποίησε η Μονσάντο, προκειμένου να λάβει την έγκριση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA). Η έρευνα η οποία κόστισε 3 εκατομμύρια ευρώ, έγινε κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας για την αποφυγή της πίεσης των βιομηχανιών.
Η εν λόγω μελέτη ανέδειξε τις σοβαρές επιπτώσεις των μεταλλαγμένων τροφίμων καθώς και του συγκεκριμένου ζιζανιοκτόνου στην υγεία. Ειδικότερα  τα πειραματόζωα εμφάνισαν καρκίνο στο μαστό, νεφροπάθειες, ορμονολογικές ανωμαλίες καθώς και ψηλαφητούς όγκους. Οι πρώτοι όγκοι εμφανίστηκαν στα πειραματόζωα 4 με 7 μήνες μετά την έναρξη της έρευνας, οι φωτογραφίες των οποίων έκαναν τον γύρο του κόσμου.
Μολονότι στην έρευνα της Μονσάντο είχαν σημειωθεί επίσης ποσοστά τοξικότητας, παραβλέφθηκαν ως βιολογικώς ασήμαντα, τόσο από την ομάδα της εταιρείας όσο και από την EFSA.
Η δημοσίευση της έρευνας πυροδότησε αντιδράσεις, προκαλώντας πανικό στους ιθύνοντες της Ε.Ε, που είχαν αρχικά εγκρίνει τα προϊόντα της Μονσάντο. Η  EFSA παραδέχθηκε ότι έδωσε την έγκρισή της βασιζόμενη σε στοιχεία της Μονσάντο, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση. «Οι κλινικές δοκιμές των μεταλλαγμένων προϊόντων στα ζώα δεν αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση τους. Παλαιότερα έρευνες που είχαν πραγματοποιηθεί και περιελάμβαναν τη χρήση πειραματόζωων κατά διάρκεια 90 ημερών, δεν είχαν φανερώσει τις βλαβερές συνέπειες των μεταλλαγμένων τροφίμων στην υγεία», δήλωσαν οι υπεύθυνοι της Ε.Ε.
Ωστόσο η φράση 90 μέρες είναι και το κλειδί στην υπόθεση. Όλες οι παθογένειες εμφανίστηκαν στα ζώα μετά τους 4 μήνες.
Η αντίδραση της Μονσάντο για τον περιορισμό της ζημιάς που προκλήθηκε από την έκταση που πήρε το θέμα ήταν σπασμωδική, καθώς τόνισε ότι έδωσε την έρευνα του Σεραλίνι για αξιολόγηση στο επιστημονικό τμήμα της EFSA.
Η απάντηση της EFSA
Η άρνηση της επανεξέτασης του θέματος, ανεξάρτητα από τυχόν λάθη του Σεραλίνι κάνει φανερή την προσπάθεια της EFSA να καλύψει το λόμπυ των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων. Σε ανάλογες περιπτώσεις, όπου τίθεται θέμα κινδύνου για την ανθρώπινη ζωή, κρίνεται απαραίτητη η άμεση διεξαγωγή μακροπρόθεσμων ερευνών για την έγκριση ή απόρριψη των αποτελεσμάτων μελετών όπως αυτή του Σεραλίνι.
Τον Νοέμβριο του 2012, λίγες μόνο εβδομάδες μετά την δημοσίευση της έρευνας, η EFSA στις Βρυξέλλες τόνισε ότι δεν ήταν αξιόπιστη. Συγκεκριμένα επεσήμανε ότι ο Σεραλίνι είχε χρησιμοποιήσει το λάθος είδος αρουραίων καθώς και μικρότερο αριθμό από αυτόν που θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να έχει υποπέσει σε στατιστικά λάθη. «Σοβαρές ελλείψεις στο σχεδιασμό και στην μεθοδολογία της έρευνας του Σεραλίνι, δείχνουν ότι η εργασία του δεν ανταποκρίνεται σε υψηλά επιστημονικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται απαραίτητη η επανεξέταση του γενετικώς τροποποιημένου αραβόσιτου NK603», υπογράμμισαν υπεύθυνοι της EFSA στις Βρυξέλλες.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μέλη της EFSA συνδέονται με την εταιρεία της Μονσάντο, καθώς και με την ευρύτερη βιομηχανία γενετικώς μεταλλαγμένων τροφίμων, αναδεικνύοντας έτσι το πρόβλημα των αντικρουόμενων συμφερόντων.
Σύμφωνα με δηλώσεις του  Corporate Europe Observer, μιας ανεξάρτητης ομάδας εταιρικής προστασίας της Ε.Ε «EFSA απέτυχε στο να οργανώσει μια επιστημονική ομάδα, που να ασχοληθεί με το θέμα και να μην έχει αντικρουόμενα ενδιαφέροντα. Άλλωστε η συνεργασία της με το λόμπυ της μεγαλύτερης βιοτεχνολογικής βιομηχανίας για την αξιολόγηση της ποιότητας των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων υποτιμά την αξιοπιστία της»
Η μυστηριώδης απόσυρση της έρευνας
Ένα χρόνο μετά την δημοσίευση της έρευνας του Σεραλίνι η Journal of Food and Chemical Toxicology, αποφάσισε να την αποσύρει, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένας βασικός λόγος για την ενέργεια αυτή, όπως ζήτημα λογοκλοπής, ηθικό θέμα ή εύρεση λάθους. Η περίεργη αυτή απόφαση συνέπεσε 6 μήνες μετά τον διορισμό του Richard E.Goodman στην θέση του Συντάκτη της Βιοτεχνολογίας από την εταιρεία Elsevier. Ο Goodman ήταν πρώην εργαζόμενος του International Life Sciences Institute, οργάνωση της Μονσάντο, που αναπτύσσει μεθόδους αξιολόγησης κινδύνου που είναι φιλικές προς τη βιομηχανία, σχετικά με τα μεταλλαγμένα τρόφιμα, εισάγοντας αυτές στους κρατικούς κανονισμούς.
Θέλοντας να τονίσουν το ηθικό πρόβλημα που εγείρεται, λόγω της πρόσληψης πρώην εργαζομένων της Μονσάντο για τον έλεγχο της δημοσίευσης ερευνών σχετικά με τα γενετικώς μεταλλαγμένα τρόφιμα, ειδικοί ανέφεραν σε επιστημονικό site, «τώρα η Μονσάντο αποφασίζει ποιες μελέτες θα δουν το φως της δημοσιότητας και ποιες όχι; Είναι η προσπάθεια της να ελέγξει την επιστήμη;»
Οι διαδηλωτές στην Αργεντινή
Το τέρας της Μονσάντο είναι από πάνω μας
Μετά την χρήση φυτοφαρμάκων, τώρα η Μονσάντο αποφάσισε να φυτέψει σπόρους γενετικώς τροποποιημένων φυτών στην Κόρντομπα της Αργεντινής.
Οι κάτοικοι οργάνωσαν κινητοποιήσεις οδηγώντας τα φορτηγά που θα χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια των φυτών εκτός περιοχής, με αποτέλεσμα πάνω από 20 άτομα να τραυματιστούν.
Στην ευρύτερη περιοχή έχει σημειωθεί αύξηση των κρουσμάτων του καρκίνου, των αναπνευστικών προβλημάτων, καθώς και των αλλεργικών αντιδράσεων, που συμπίπτουν με τη χρήση ψεκασμού των συγκεκριμένων φυτοφαρμάκων. Έτσι, η καλλιέργεια των γενετικά τροποποιημένων φυτών υπολογίζεται ότι θα επιφέρει σοβαρότερες συνέπειες.
«Συμμετέχω γιατί φοβάμαι την αρρώστια και το θάνατο. Ο γιος μου είναι ήδη άρρωστος και αν η Μονσάντο επιστρέψει τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Εδώ πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από τα ίδια συμπτώματα», είπε η Μαρία Τόρες, κάτοικος της περιοχής.
Ο βιολόγος Ραούλ Μοντενέγκρο , που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 2004, εξήγησε ότι δεν υπάρχει κάποιος επίσημος μηχανισμός παρακολούθησης, για το κατά πόσο τα εν λόγω προϊόντα προκαλούν τόσο σοβαρά προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα δεν υπάρχουν αυστηρές ιατρικές εξετάσεις αναφορικά με τον εντοπισμό των συστατικών των φυτοφαρμάκων στο αίμα, αλλά ούτε και προηγμένες περιβαλλοντολογικές μελέτες για τον έλεγχο του νερού. «Αυτές οι ελλείψεις κάνουν την Αργεντινή και την Βραζιλία παράδεισο για εταιρείες όπως η Μονσάντο», δήλωσε ο Ραούλ Μοντενέγκρο.
Το 2009 η Πρόεδρος της Αργεντινής Κριστίνα Φερνάντες δημιούργησε την Εθνική Επιτροπή Έρευνας για Αγροχημικά, προκειμένου να προβεί στη μελέτη, την πρόληψη και την εξάλειψη των συνεπειών αυτών των φυτοφαρμάκων στην υγεία των ανθρώπων. «Ωστόσο η Αργεντινή είναι παράδεισος και για τις διαγονιδιακές καλλιέργειες, η έγκριση των οποίων βασίζεται στις πληροφορίες που προέρχονται κυρίως από τις βιοτεχνολογικές εταιρείες», όπως τόνισε ο Μοντενέγκρο.
Οι κάτοικοι έχουν συσπειρωθεί μαζικά για την αποτροπή των δράσεων της κολοσσιαίας εταιρείας, παρά τις απειλές που έχουν δεχθεί κατά καιρούς. Οι διαδηλώσεις αυτές είναι μέρος μιας ολοένα και αυξανόμενης κινητοποίησης ενάντια στη Μονσάντο, που λαμβάνει διαστάσεις παγκόσμιας εμβέλειας. 

Πηγή: tvxs

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Γιατί ΔΕΝ Πρέπει να Καταργηθούν οι Φοιτητικές Παρατάξεις στις Σχολές

Πηγή: Vice

Διαβάζοντας το κείμενο που δημοσιεύτηκε στο VICE «Γιατί Δεν θα Πρέπει να Υπάρχουν Φοιτητικές Παρατάξεις στο Πανεπιστήμιο» ζήτησα να εκφράσω την διαφωνία μου και να εκθέσω την δική μου άποψη απέναντι στο ζήτημα.

Απόφοιτος κι εγώ του Παντείου όπως η Δανάη, όταν πέρασα την είσοδο του Πανεπιστημίου -επίσης το 2007- με «τσάκωσε», κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, ένας τύπος με γαλάζιο μπλουζάκι, καλωδιωμένος με hands-free, με σκοπό να με οδηγήσει στην γραμματεία. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά κι  έναν άλλο τύπο με πράσινο μπλουζάκι που με «διεκδικούσε», για να ακούσει τελικά την απάντηση «Φίλε την πρόλαβα», λες και ήμουν το τελευταίο κομμάτι πίτσας στο τραπέζι. Όπως θυμάμαι ακόμα και το σλάλομ που είχα κάνει τη στιγμή του «καυγά» για να ξεγλιστρήσω, αφήνοντας πίσω τους δύο τύπους να συνεχίσουν μόνοι τους το ροντέο.

Κάπου εκεί ξεκίνησε για εμένα η αηδία απέναντι στις μεγάλες φοιτητικές παρατάξεις, αηδία η οποία επιβεβαιωνόταν κάθε φορά που έβλεπα τρικάκια που με καλούσαν στα μπουζούκια, αφίσες με σεξιστικά συνθήματα και κυρίως έλλειψη πολιτικών επιχειρημάτων για κάθε μεγάλο ζήτημα που άνοιγε εντός κι εκτός του Πανεπιστημίου. Με τα χρόνια και μετά από συνελεύσεις και συνελεύσεις καταλάβαινα ότι σκοπός τους τελικά δεν είναι να ανοίξουν τον πολιτικό διάλογο εντός των Σχολών, αλλά να αποπροσανατολίσουν τάζοντάς σου το καλύτερο δωμάτιο στη Μύκονο, τις S.O.S. σημειώσεις και γιατί όχι το ίδιο το πτυχίο.

Γιατί λοιπόν μετά από όλη αυτήν την αηδία συνεχίζω να πιστεύω ότι οι φοιτητικές παρατάξεις είναι αναγκαίες μέσα στη σχολές; Είναι απλό.
Σε ένα Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, όπως το Πάντειο αν ένα πράγμα που διδασκόμαστε είναι ότι η πολιτικοποίηση είναι θεμελιώδες στοιχείο του ενεργού πολίτη. Το ζήτημα δεν είναι να καταργήσουμε τις φοιτητικές παρατάξεις. Το στοίχημα είναι να τις κάνουμε να λειτουργούν για το σκοπό που έχουν συσταθεί. Να ανοίγουν τον πολιτικό διάλογο εντός των πανεπιστημίων, να διαμορφώνουν συνειδήσεις, να προασπίζουν τα συμφέροντα των φοιτητών και των καθηγητών, να δίνουν μία προοπτική στη νεολαία και να γίνονται η σπίθα για την αλλαγή.

Θα πρέπει λοιπόν πρώτα, ανοίγοντας αυτόν τον διάλογο να εξετάσουμε ποια θα πρέπει να είναι η φύση του πανεπιστημίου. Θέλουμε ένα πανεπιστήμιο που θα προσφέρει αποστειρωμένες γνώσεις ή ένα πανεπιστήμιο που θα διαμορφώνει ανθρώπους και προσωπικότητες; Αυτό που κατάλαβα όλα αυτά τα χρόνια από τις σπουδές μου είναι πως τα πάντα λειτουργούν ως εργαλείο για να ερμηνεύω το τι συμβαίνει γύρω μου. Ο ρόλος του πανεπιστημίου είναι να δημιουργεί πρώτα πολίτες κι έπειτα επαγγελματίες. Κι αυτό δεν το κάνει καλώς ή κακώς το πρόγραμμα σπουδών.

Τα αιτήματα που έχουν οι φοιτητές δεν μπορούν να τα διεκδικούν ατομικά. Δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις σε συλλογικά προβλήματα. Άλλωστε, οι φοιτητές θέτουν αιτήματα και πέραν των φοιτητικών που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Επίσης, η λύση δεν μπορεί να είναι μία Ενιαία Φοιτητική Ένωση, που μέσα σε αυτή θα είναι άτομα όλων των πολιτικών φρονημάτων. Στις εκλογές, ακόμα και στις φοιτητικές δεν ψηφίζουμε άτομα -τον φίλο μας, τον γκόμενό μας, τον ωραίο της Σχολής. Ψηφίζουμε πολιτικές θέσεις που θα δώσουν λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Και πρέπει να είναι ευδιάκριτος ο ρόλος κάθε εκπροσώπου, όπως και οι ιδέες του.  

Οι φοιτητικές παρατάξεις απαξιώνονται γιατί παράλληλα απαξιώνονται και τα κόμματα και η πολιτική στο σύνολό της. Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα που έχουμε τα τελευταία χρόνια από τις φοιτητικές εκλογές συμβαδίζουν και με την εικόνα που έχουμε στην κεντρική πολιτική σκηνή. Και η αποχή; Η αποχή σχετίζεται και με την απαξίωση των δύο μεγάλων παρατάξεων και με την αδυναμία των αριστερών σχημάτων πολλές φορές να πείσουν για τη σημασία της συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες και τα συλλογικά ζητήματα, καθώς αναλώνονται στην εσωστρέφεια και τον εσωτερικό διάλογο.
Γιατί οι φασίστες της Χρυσής Αυγής δεν τολμούν να εμφανιστούν στις Σχολές; Αν δεν υπήρχαν οι φοιτητικές παρατάξεις κι ένα ισχυρό αντιφασιστικό Κίνημα μέσα στις Σχολές, τότε δεν θα υπήρχε κανείς να σταθεί εμπόδιο. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η Χρυσή Αυγή δεν έχει καταφέρει να στήσει πογκρόμ μέσα στις Σχολές. Γιατί ξέρει ότι θα βρει μία οργανωμένη δύναμη απέναντί της που σίγουρα δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει. Ούτε πολιτικά, ούτε αριθμητικά.  

Το να λέμε να απαγορευθούν οι φοιτητικές παρατάξεις στα πανεπιστήμια, ανοίγει ένα διάλογο που στο τέλος μπορεί να καταλήξει σε μηδενισμούς τύπου «γιατί να μην καταργηθούν και τα συνδικάτα στους εργατικούς χώρους και τα κόμματα στην κοινωνία;». Μεταφερόμαστε σε έναν αρκετά επικίνδυνο διάλογο για την δημοκρατία.
Προηγούμενη φορά που τέθηκε ζήτημα για τις φοιτητικές παρατάξεις ήταν όταν χιλιάδες νέοι και αγωνιστές του φοιτητικού κινήματος κατά την περίοδο της Χούντας είδαν τον δρόμο της φυλακής ή της εξορίας για τα φρονήματα και τη δράση τους. Η Χούντα ήθελε δοτούς συλλόγους. Ο φοιτητικός συνδικαλισμός ήταν κάτι που κερδήθηκε. Κι αυτό που μας δίδαξε το «Πολυτεχνείο» στην Ελλάδα και ο «Μάης του ’68» στην Γαλλία είναι πως οι μεγάλες ανατροπές στην Ιστορία ξεκίνησαν από το φοιτητικό Κίνημα. Οι φοιτητικές παρατάξεις βρέθηκαν εκεί για να δώσουν την γραμμή της εξέγερσης, να προβάλλουν συνθήματα, να συνδέσουν το φοιτητικό με το εργατικό Κίνημα έτσι ώστε να ξεκινήσει το ντόμινο που θα ανέτρεπε λίγο αργότερα τη Χούντα του Παπαδόπουλου.

Αν θέλουμε λοιπόν σήμερα οι φοιτητές να γίνουν πάλι η σπίθα που θα αλλάξει την κατάσταση που ζούμε, αυτό που έχουμε να κάνουμε δεν είναι η αποχή, αλλά η συμμετοχή. Η πολιτικοποίηση των φοιτητών, έστω και μέσα από τις παρατάξεις είναι ένα τρόπος συμμετοχής. Το ζήτημα δεν είναι η κατάργηση των φοιτητικών παρατάξεων, αλλά η ενίσχυση τους με φοιτητές που θα παλέψουν να γίνουν η φωνή όχι της κομματικής γραμμής, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας.

Μελπομένη Μαραγκίδου

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Δυνατότητες και δυσκολίες του συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής

του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν

Κοινωνική - Αλληλέγγυα Οικονομία
1. Εισαγωγή
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με την αλληλέγγυα οικονομία κατά τη σημερινή περίοδο, είναι πλέον γεγονός οτι η συζήτηση για τον χαρακτήρα της έχει εκ των πραγμάτων βρεθεί στο επίκεντρο των αναζητήσεων για τις κατευθύνσεις που μπορεί και πρέπει να ακολουθήσουν οι κοινωνικές κινητοποιήσεις, όπως και για το ρόλο των πρωτοβουλιών της αλληλέγγυας οικονομίας (ΑΟ) στο περιεχόμενο και τις μεθόδους ενός αριστερού προγράμματος. Η ΑΟ ανανεώνει την ίδια την έννοια της αλληλεγγύης. Θέτει το ζήτημα της δημιουργίας συλλογικοτήτων που αναλαμβάνουν οικονομικές δραστηριότητες, σε σύγκρουση όχι μόνο με την κυρίαρχη πολιτική, αλλά και με τις πρακτικές της αγοράς και του καπιταλισμού. Ανανεώνει και δοκιμάζει την ιδέα των δημοκρατικών διαδικασιών για την οργάνωση και υλοποίηση παραγωγικών δραστηριοτήτων και προσφοράς υπηρεσιών, εφαρμόζει εξισωτικές μορφές αμοιβής της εργασίας, επιβάλλει νέες ισορροπίες ανάμεσα στις προσωπικές και κοινωνικές λογικές, ανάμεσα στο υλικά και ηθικά κίνητρα.

Η ΑΟ είναι ένα πολύπλευρο κοινωνικό κίνημα, το οποίο συνδέεται από την άποψη των αρχών και των μεθόδων του με το κίνημα των “αγανακτισμένων”, αλλά προκαλεί αμηχανία, ή και αρνητικές αντιδράσεις, στα τμήματα της αριστεράς που παραμένουν προσκολλημένα σε στρατηγικές ανατροπής του καπιταλισμού όπου ο έλεγχος των κοινωνικών κινημάτων από επαναστατικά κόμματα και η κατάληψη από τα εν λόγω κόμματα της κρατικής εξουσίας, αποτελούν τη μοναδική και απαρέγκλιτη οδό. Αυτές οι αντιδράσεις δεν έρχονται μόνο αντιμέτωπες με τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών κινημάτων, αλλά και με την ανερχόμενη στην κοινωνία πεποίθηση ότι τα αιτήματα και οι προτάσεις των κινητοποιήσεων και πρωτοβουλιών θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης της κοινωνίας και της οικονομίας που θα διαδεχθεί την εποχή της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας.

2. Η αλλαγή του περιεχομένου της αλληλεγγύης

Γνωρίζουμε πλέον καλά ότι στο πλαίσιο πρωτοβουλιών υποστήριξης ατόμων ή ομάδων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα τοποθετήσεις που αντιπροτείνουν τις διεκδικήσεις από τις κρατικές υπηρεσίες ή την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε αυτές να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σε σχέση με αυτή την προσέγγιση το σημαντικό δεν είναι μόνο να αντιτάξει κανείς μια “πραγματιστική” λογική, η οποία να αναγνωρίζει την ύπαρξη των αλληλέγγυων πρωτοβουλιών. Χρειάζεται επίσης να εξηγήσει ότι ο καπιταλισμός σήμερα δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη συνεχή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και της φτώχειας, αλλά και από τη συνεχή άνοδο του μορφωτικού επιπέδου, τη διεύρυνση των δημιουργικών και παραγωγικών ικανοτήτων του πληθυσμού, ιδιαίτερα των νεότερων γενεών. Έτσι, η αλληλεγγύη που αφορά φτωχούς εργαζόμενους ή άνεργους δεν αποτελεί απλά υποστήριξη περιθωριοποιημένων οικονομικά ατόμων, αλλά αποτελεί κατά κύριο λόγο τη μέθοδο κοινωνικής και πολιτικής ενεργοποίησής τους και αξιοποίησης των γνώσεων, των ικανοτήτων και της δημιουργικότητάς τους.

Η προσέγγιση της αλληλεγγύης από τη σκοπιά των θεσμών του κοινωνικού κράτους στο πλαίσιο του φορντιστικού καπιταλισμού, πολύ δε περισσότερο η αντιμετώπιση των σημερινών κινήσεων αλληλεγγύης ως πρωτοβουλιών ανασύστασης αυτών των θεσμών, παραβλέπει πριν απ’όλα ότι η νεοφιλελεύθερη στρατηγική έχει σοβαρά υποβαθμίσει ή καταστρέψει τις δραστηριότητες του κοινωνικού κράτους. Παραβλέπει όμως και ότι ακόμα και αυτό το πρότυπο καπιταλισμού (αυτό που οι περισσότεροι εννοούν ως ανάπτυξη), δεν αντιμετώπιζε κρίσιμα ζητήματα όπως οι κοινωνικές ανισότητες, η αυταρχική διοίκηση της παραγωγής και της οικονομίας, η άρνηση της καθολικής εκπαίδευσης και της ισότιμης διάχυσης γνώσης και πληροφοριών, η καταστροφή του περιβάλλοντος με τη ανάλωση πόρων και την διασπορά αποβλήτων και επικίνδυνων χημικών ουσιών. Σήμερα, επομένως, η ανασύσταση κοινωνικών θεσμών δεν μπορεί να αγνοήσει το σύνολο αυτών των κριτικών του φορντισμού (και της ανάπτυξης), από τη στιγμή μάλιστα που οι κριτικές αυτές αποτελούν μέρος της θεματολογίας κοινωνικών κινημάτων, τα οποία και συγκροτούν νέες προσεγγίσεις της αλληλεγγύης.

Ο εργαζομενος που οικοδομεί και θα οικοδομήσει δομές αλληλεγγύης δεν είναι πλέον ο εργάτης του τεϋλορικού καταμερισμού εργασίας (στον οποίο βασίστηκε ο φορντιστικός καπιταλισμός), και για τον οποίο φτιάχτηκε το κοινωνικό κράτος όπως το ξέρουμε. Ο σημερινός εργαζόμενος, ο οποίος απασχολείται σε μεγάλο ποσοστό σε συνθήκες ανασφάλειας, μεγάλης κινητικότητας, αυθαίρετα χαμηλών αμοιβών, ενώ γνωρίζει επαναλαμβανόμενες περιόδους ανεργίας, είναι ταυτοχρόνως μορφωμένος, με ένα επίπεδο και τομέα ειδίκευσης, με πολλές δεξιότητες που αποκτήθηκαν λόγω πολλαπλών θέσεων και αναγκαστικών πρωτοβουλιών σε υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας , και έχει την ανάγκη αλλά και την ικανότητα να παρέμβει σε μια γκάμα θεμάτων πολύ ευρύτερη από την “παραδοσιακή” διαπραγμάτευση άμεσου και έμμεσου μισθού. Είναι ικανός να σκεφτεί και να οργανώσει αλληλέγγυες πρωτοβουλίες που έχουν σχέση με την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών, να υποστηρίξει με τους συναδέλφους του την εφαρμογή δημοκρατικών μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης, να επεξεργαστεί συλλογικά προτάσεις για ευρύτερες θεσμικές λειτουργίες και σχεδιασμούς οικονομικών δραστηριοτήτων.

3. Κοινωνική Οικονομία ή Αλληλέγγυα Οικονομία;

Σχετικά με τη διαφορά Κοινωνικής Οικονομίας και Αλληλέγγυας Οικονομίας, υπάρχει σε ένα μέρος τουλάχιστον της βιβλιογραφίας μια ευρύτατα αποδεκτή άποψη που λέει ότι η πρώτη αφορά δραστηριότητες με κοινωνικούς στόχους που δεν επιδιώκουν μια ρήξη με το καπιταλιστικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη κάνει επιλογές ως προς τις δραστηριότητες και τις μεθόδους της που επιδιώκουν τη ρήξη με αυτό το περιβάλλον. Η αλήθεια είναι οτι στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, υπάρχει ένας ορατός διαχωρισμός. Από τη μία μεριά οργανώσεις με κοινωνικό σκοπό, που δραστηριοποιούνται συμπληρωματικά ως προς τις κοινωνικές υπηρεσίες ή τις δημόσιες υπηρεσίες, και δεν επιδιώκουν κάτι παραπάνω, ούτε εφαρμόζουν εξισωτικές μεθόδους διοίκησης και οργάνωσης. Και από την άλλη οργανώσεις οι οποίες εντάσσονται, λόγω των δραστηριοτήτων αλλά και των μεθόδων τους, σε λογικές ρήξης με το καπιταλιστικό περιβάλλον, είτε πρόκειται για πρωτοβουλίες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα στις συνθήκες της κοινωνικής κρίσης, είτε για οργανώσεις που υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια (στην Ισπανία ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο) διατηρώντας αυτά τα χαρακτηριστικά κριτικής του καπιταλισμού.

Παρά την υπαρκτή διαφοροποίηση μεταξύ των δύο παραπάνω κατηγοριών, πρέπει να δεχθούμε ότι πρόκειται για έναν ενιαίο χώρο. Ενιαίο, από την άποψη της διαθεσιμότητας, στον ώριμο και ύστερο καπιταλισμό, ανθρώπων που έχουν τη γενική πρόθεση αλλά και την πρακτική ικανότητα να οργάνωσουν δραστηριότητες που υπηρετούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Ανεξάρτητα αν υιοθετούν μεταρρυθμιστικές λογικές ή λογικές ρήξης, έχουν ως αφετηρία τη διαθεσιμότητα για την παρέμβαση στον κοινωνικό τομέα, στον τομέα του περιβάλλοντος, ή και στον τομέα της διεθνούς αλληλεγγύης. Η παρέμβαση αυτή αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα του θεσμικού τοπίου, προϊόν αυτής της διαθεσιμότητας, που μερικά καπιταλιστικά κράτη επέλεξαν να υποστηρίξουν. Είναι γεγονός ότι ο νεοφιλελευθερισμός θεώρησε ευπρόσδεκτη τόσο πρακτικά, όσο και θεωρητικά, αυτή την εξέλιξη, ενσωματώνοντας την “κοινωνική επιχειρηματικότητα” στην απαξίωση του δημοσίου χώρου. Και είναι επίσης γεγονός ότι υπήρξαν και υπάρχουν “κοινωνικές πρωτοβουλίες” που υπηρέτησαν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, υλοποιώντας τις αντίστοιχες πολιτικές ή αξιοποιώντας τις πελατειακές πρακτικές των κυβερνήσεων.

Για να αξιολογηθεί όμως η σχέση του φαινομένου της διαθεσιμότητας για ανεξάρτητη ανάληψη δραστηριοτήτων κοινωνικού σκοπού, με τις πολιτικές των κυβερνήσεων κατά την τρέχουσα φάση του καπιταλισμού, πρέπει να γίνει κατανοητός ο συγκρουσιακός χαρακτήρας αυτής της σχέσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση αποτελεί τη μέθοδο με την οποία η εξουσία του κεφαλαίου αντιμετωπίζει κατά κύριο λόγο το φαινόμενο της “μαζικής διανοητικότητας”, της επέκτασης δηλαδή σε μεγάλες μερίδες του πληθυσμού της γνωστικής ικανότητας, και επομένως της ικανότητας προς δράση, σε σχέση με τα σημαντικά οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Είναι κύριο χαρακτηριστικό αυτής της διαχείρισης η προσπάθεια αξιοποίησης, από τη μια μεριά της μαζικής εφευρετικότητας και αδρανοποίησης, και από την άλλη της έμπρακτης κριτικής που μπορεί να εμπεριέχει. Οι κοινωνικές πρωτοβουλίες για ανεξάρτητη δράση δεν διαμορφώνονται για να υπηρετήσουν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά η μόνιμη ενασχόληση της εξουσίας του κεφαλαίου με τον έλεγχο όλων των προϊόντων της μαζικής διανοητικότητας μπορεί να καταλήξει στην ενσωμάτωση ή την αδρανοποίησή τους, χωρίς αυτό να είναι μοιραίο ή να συμβαίνει στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

4. Η αριστερά και η Αλληλέγγυα Οικονομία

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, η νεοφιλελεύθερη διαχείριση έχει οδηγήσει στην ουσιαστική αποδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου που φαινόταν πρίν μερικά χρόνια να έχει τη δυνατότητα να εδραιώσει και να βελτιώσει το κοινωνικό κράτος. Στην Ελλάδα ειδικότερα, όπου οι επιπτώσεις αυτής της διαχείρισης προς όφελος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου έχουν φθάσει σε πιό προχωρημένο στάδιο, πραγματοποιείται επίσης μια προσαρμογή και των υπόλοιπων θεσμικών λειτουργιών που αφορούν τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, προς την κατεύθυνση της εγκατάλειψης ακόμα και συνολικών στόχων σε επίπεδο εθνικής οικονομίας και της εξυπηρέτησης μεμονωμένων κεφαλαιούχων ή ειδικών προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, μια κατεύθυνση η οποία υπηρετείται επίσης από την κατάργηση κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικών κατακτήσεων. Η δημιουργία ενός κινήματος αποκατάστασης δικαιωμάτων, και κάλυψης κοινωνικών και παραγωγικών αναγκών, είναι αδύνατη χωρίς την εφεύρεση απο κοινωνικές πρωτοβουλίες νέων θεσμών, την ανανέωση των λειτουργιών σε υπαρκτούς θεσμούς με παρεμβάσεις εργαζομένων και ενδιαφερομένων κοινωνικών ομάδων, και την εγκαθίδρυση διαδικασιών δημοκρατικού ορισμού από τη βάση της κοινωνίας, τόσο του περιεχομένου των αναγκών, όσο και των ευρύτερων επιλογών για την ικανοποίησή τους.

Ο σχεδιασμός επομένως της ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης, των κοινωνικών θεσμών και των περιβαλλοντικών πολιτικών, που δεν μπορεί παρά να βασιστεί σε θεσμικές λειτουργίες οι οποίες έρχονται σε ρήξη με τις λογικές του κεφαλαίου, θα είναι αναγκαστικά το αποτέλεσμα της ανάδειξης ενός νέου τύπου δομών έκφρασης πολιτικών επιλογών, που αν αναπτυχθούν θα εξελιχθούν σε μορφές δυαδικής εξουσίας. Η διαπραγμάτευση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου με το κεφάλαιο δεν έχει σήμερα κανένα νόημα, ενώ η μεταβολή εκ των άνω των κοινωνικών συμμαχιών τις οποίες υπηρετεί το κράτος, είναι αδύνατη χωρίς την οργανωμένη παρέμβαση των “από κάτω”, η οποία δεν θα αρκεστεί στη διατύπωση διεκδικήσεων, αλλά θα ορίσει ανάγκες, στόχους και μεθόδους για την επίτευξή τους, επιτυγχάνοντας συγχρόνως τη σύσταση νέων συμμαχιών και την αναμόρφωση των δημόσιων λειτουργιών. Θα πρόκειται για μια ριζική αναμόρφωση, καθώς οι δημόσιες υπηρεσίες θα πάψουν να υπηρετούν την υπάρχουσα κοινωνική ιεραρχία και τις μεθόδους εξασφάλισης της αναπαραγωγής της, αλλά θα υπηρετήσουν τον σχεδιασμό που προέκυψε από το συντονισμό δημοκρατικών αποφάσεων στη βάση της κοινωνίας, στην οποία ανήκουν και οι εργαζόμενοι σε αυτές τις υπηρεσίες, όπως και οι κοινωνικές ομάδες που εξυπηρετούνται από αυτές. Στο χώρο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, η παρέμβαση των εργαζομένων μπορεί να πάρει τη μορφή της αυτοδιαχείρισης επιχειρήσεων που κλείνουν, του ελέγχου των επιλογών και των μεθόδων στο επίπεδο των επιχειρήσεων , ή και της διαπραγμάτευσης με εκπροσώπους των επιχειρηματιών, στο πλαίσιο του συντονισμού των πρωτοβουλιών της βάσης της κοινωνίας για τον σχεδιασμό των παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών κατευθύνσεων πολιτικής.

Η μορφή που μπορεί να πάρει η δυναμική της διαμόρφωσης μορφών δυαδικής εξουσίας, η δημιουργία δηλαδή από κοινωνικά κινήματα, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, των δομών και θεσμών που περιλαμβάνουν τα βασικά χαρακτηριστικά του διάδοχου καθεστώτος και στηρίζονται σε κοινωνικές συμμαχίες που κάνουν δυνατή τη μετάβαση σε αυτό το καθεστώς, αποτελεί βασικό ζητούμενο της ανατρεπτικής στρατηγικής. Μέρος της παραδοσιακής αριστεράς δεν συμμερίζεται αυτή την προβληματική, ούτε δίνει απαντήσεις στα σχετικά ερωτήματα. Πρόκειται για οργανώσεις και ομάδες οι οποίες αφήνουν σε ένα μαύρο κουτί το πώς θα συνδεθούν κοινωνικά αιτήματα και μορφές οργάνωσης της ικανοποίησης αυτών των αιτημάτων, αλλά και συνεχιζόμενης έκφρασης των αναγκών και του ελέγχου της εξουσίας σε ένα νέο κοινωνικό σχηματισμό. Στην πραγματικότητα ξεκινούν από εκεί που άφησε το θέμα η Τρίτη Διεθνής, με την προσέγγιση της “επανάστασης” από την πλευρά της κατάληψης του υπάρχοντος κρατικού μηχανισμού, σύμφωνα με ένα μοντέλο που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με αυτή την “κρατιστική” προσέγγιση δεν συνδέεται η διαδικασία της ανατροπής με τη διαδικασία επίτευξης κατακτήσεων των κινημάτων, ποσοτικών και θεσμικών, αλλά με μια διαδικασία επίτευξης της ιδεολογικής κυριαρχίας η οποία αναμένεται να επιτρέψει, με μεθόδους που είναι ασαφείς, την κατάληψη της εξουσίας και την εφαρμογή ενός προγράμματος του οποίου κανείς δεν περιγράφει τα χαρακτηριστικά. Η εμμονή αυτής της μερίδας της αριστεράς στο δίδυμο έξοδος απο το Ευρώ και στάση πληρωμών, αποτελεί τον κοινό παρονομαστή προσεγγίσεων που συνδυάζουν έναν ιδεολογικό ριζοσπαστισμό με την προγραμματική σύγχηση. Δεν κατανοεί οτι η διαπραγμάτευση με τους δανειστές θα είναι σε κάθε περίπτωση αναπόφευκτη και οτι το ζητούμενο είναι ένας συσχετισμός δυνάμεων που μόνο αν οικοδομηθεί σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο από τα ίδια τα κοινωνικά κινήματα μπορεί να ανατρέψει την κυριαρχία των δανειστών. Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην πεποίθηση οτι μπορεί να διαμορφωθεί ένα πολιτικό κίνημα κατά του Ευρώ και της ΕΕ, το οποίο όμως δεν θα βασίζεται σε ένα πρόγραμμα κάλυψης των αναγκών που είναι σήμερα ορατές, ή των αναγκών που θα προκύψουν με την έξοδο από το Ευρώ και τη στάση πληρωμών. Αγνοείται επομένως η ανάγκη να συγκροτηθούν κινήματα και να επιβληθούν πρακτικές, που θα προετοιμάσουν την κοινωνία για μια περίοδο σύγκρουσης και διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και ανασυγκρότησης της οικονομίας και των κοινωνικών θεσμών με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, παραγωγικής επάρκειας και αποτελεσματικής στρατηγικής προστασίας του περιβάλλοντος.

5. Οι δυναμικές της Αλληλέγγυας Οικονομίας
Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι ως τώρα διαμορφωμένες δομές αλληλεγγύης, οι οποίες μπορεί να χαρακτηριστούν συστατικά μιας αλληλέγγυας οικονομίας, αποτελούν σήμερα μορφές δυαδικής εξουσίας. Μπορεί όμως κανείς να ισχυριστεί ότι η δυναμική αυτών των δομών αλληλέγγυας οικονομίας οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Κι αυτό διότι οι δομές αυτές εμπεριέχουν τα στοιχεία οργανωμένων κοινωνικών κινητοποιήσεων, οι οποίες θέτουν στόχους που επιδιώκουν να επηρεάσουν το ορισμό των αναγκών, τις νέες μεθόδους ικανοποίησής τους και τους τρόπους σύνδεσής τους με ευρύτερες πολιτικές. Τα κοινωνικά ιατρεία, οι προσφορές προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, οι οργανωμένες αντιστάσεις σε περιβαλλοντικά ζητήματα, η υποστήριξη αστέγων ή ανέργων σε θέματα σίτισης ή στέγασης, αποτελούν υπαρκτές δραστηριότητες που έχουν ενταχθεί στις κοινωνικές κινητοποιήσεις και έχουν εκ των πραγμάτων θέσει ζητήματα προγραμματικών παρεμβάσεων σε όλους αυτούς τους τομείς.

Τα κοινωνικά ιατρεία
 που δημιουργήθηκαν για να καλύψουν τις ανάγκες πρωτοβάθμιας περίθαλψης ανασφάλιστων μεταναστών και ελλήνων εργαζομένων, λειτουργούν με την εθελοντική προσφορά εργασίας ιατρών, νοσηλευτών ή πολιτών, με δωρεές φαρμάκων και εξοπλισμού, και χρηματικές προσφορές ή εισπράξεις ειδικών εκδηλώσεων. Η δραστηριότητά τους αυτή δεν αναδεικνύει μόνο το πρόβλημα της ανασφάλιστης εργασίας, της ανεργίας, των αλλοδαπών χωρίς χαρτιά και της άρνησης από το δημόσιο της δωρεάν περίθαλψης για τις αντίστοιχες κατηγορίες ανθρώπων. Αναδεικνύει επίσης ένα σοβαρό έλλειμμα πρωτοβάθμιας περίθαλψης για το σύνολο του πληθυσμού. Τα μέτωπα που ανοίγονται, επομένως, απαιτούν την παράλληλη κινητοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων στον τομέα της υγείας, τη δραστηριοποίηση των ίδιων των ενδιαφερόμενων εργαζόμενων και πολιτών, και τον περαιτέρω συντονισμό δράσης όλων αυτών, για την επεξεργασία προγραμματικών στόχων σχετικά με την υγεία, τον χαρακτήρα και την ποιότητα των υπηρεσιών, τους αναγκαίους πόρους και τις ανάγκες σε υποδομές και προσωπικό. Ένας τέτοιος προσανατολισμός της συλλογικής δράσης, στην οποία θα πρέπει να συμμετάσχουν και οι υπάλληλοι του αρμόδιου υπουργείου, όπως και μελετητικές ομάδες του τομέα της υγείας, μπορεί να οδηγήσει τόσο στην επεξεργασία μιας εναλλακτικής πολιτικής, όσο και στη δημιουργία δομών με καθοριστικό ρόλο σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό αυτής της πολιτικής.

Η οργάνωση της προσφοράς αγροτικών προϊόντων “χωρίς μεσάζοντες” είναι σήμερα μια ισχυρή τάση με στόχο τη μείωση των τιμών, και επομένως του κόστους της διατροφής σε όλη την Ελλάδα, ενώ συνδέεται και με δραστηριότητες προσφοράς δωρεάν προϊόντων σε ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού. Η περαιτέρω ανάπτυξη τέτοιων δικτύων είναι σημαντική, καθώς μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο των προσπαθειών για την κάλυψη άμεσων αναγκών σε περίπτωση ραγδαίας επιδείνωσης της ανεργίας και της μείωσης εισοδημάτων. Η προσφορά προϊόντων “χωρίς μεσάζοντες”, όμως, μπορεί να αποτελέσει και την κινητήρια δύναμη μιας ανταγωνιστικής προσφοράς εγχώριων προϊόντων, αλλά και της δυνατότητας να επηρεαστεί αυξητικά η εγχώρια παραγωγή απο την εγχώρια ζήτηση, με αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα και την θετική επίδραση επί της εξοικονόμησης καυσίμων. Η σταθεροποίηση των σχέσεων σε τοπικές κοινωνίες των παραγωγών και των καταναλωτών, μέσω αντίστοιχων οργανώσεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης, μπορεί να αποτελέσει την οδό για το σχεδιασμό πολιτικής, για την κατά τόπους αγροτική παραγωγή και την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων.

Οι κινητοποιήσεις σε τοπικό επίπεδο εναντίον των φαραωνικών επενδύσεων στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που καταστρέφουν φυσικούς πόρους και αλλοιώνουν χαρακτηριστικά ολόκληρων περιοχών, συνοδεύονται κατά κανόνα από επεξεργασίες εναλλακτικών προτάσεων σχετικά με τον ενεργειακό σχεδιασμό, στις οποίες συμμετέχουν συχνά ομάδες επιστημόνων των τοπικών πανεπιστημίων. Οι αντιδράσεις αυτές δεν λαμβάνουν τη μορφή απλών αρνήσεων. Είναι σαφές ότι όσοι κινητοποιούνται, συνειδητοποιούν τη σημασία του ενεργειακού σχεδιασμού και της σύνδεσής του τόσο με τα τοπικά ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος, όσο και με την πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Μπορούν έτσι να διαμορφωθούν νέου τύπου δομές έκφρασης της λαϊκής θέλησης σχετικά με τα περιβαλλοντικά ζητήματα, οι οποίες να συνδυάζουν τις δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, με την αξιοποίηση εμπειρογνωμοσύνης, και προοπτικά, το συντονισμό των προτάσεων σε ευρύτερες περιοχές και σε εθνικό επίπεδο.

Η προσφορά δωρεάν σίτισης σε ανέργους και αστέγους 
αποτελεί προνοιακή δραστηριότητα η οποία αναπτύσεται με γρήγορους ρυθμούς και θα χρειαστεί να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο στο προσεχές μέλλον. Είναι μια δραστηριότητα η οποία πρέπει να συνδυαστεί με δράσεις στον τομέα της στέγασης και της προσφοράς κοινών χώρων, ώστε να υποστηρίζεται όχι απλά η επιβίωση, αλλά και η κοινωνική ενεργοποίηση, σε δραστηριότητες αλληλεγγύης, και σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με την πρόσβαση στον πολιτισμό και την εκπαίδευση. Η περίοδος που βρίσκεται μπροστά μας θα έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα σε ότι αφορά την ανεργία και τη φτώχεια. Χρειάζεται να ενισχυθεί η δημιουργία ενός πανελλαδικού δικτύου τέτοιων παρεμβάσεων, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα να αποτυπώσουν και να ικανοποιήσουν τις τοπικές ανάγκες, να κινητοποιήσουν τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και να συμβάλουν στη διαμόρφωση εθνικής πολιτικής σε αυτό τον τομέα.

Παράλληλα, η ΒΙΟΜΕΤ στη Θεσσαλονίκη, η Δωδώνη στην Ήπειρο και η ΣΕΚΑΠ στη Θράκη, θέτουν το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης απέναντι στην εγκατάλειψη παραγωγικών μονάδων από την εργοδοσία, ή την διαλυτική πορεία των Μνημονίων για τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Ένα πλήθος συνεταιριστικών πρωτοβουλιών σε όλη την Ελλάδα, δείχνει οτι η οδός της οικονομικής δραστηριότητας που βασίζεται στις αρχές της αλληλέγγυας οικονομίας, του συνδυασμού δηλαδή ενός σκοπού που βρίσκεται εκτός των λογικών της αγοράς και της κεδροφορίας, και μεθόδων διοίκησης δημοκρατικών και εξισωτικών, έχει πλέον εγγραφεί στην ελληνική κοινωνία ως μια επιλογή που κινητοποιεί έναν αυξανόμενο αριθμό αριθμό ανθρώπων.

Οι πρωτοβουλίες αλληλέγγυας οικονομίας δεν αποτελούν στις σημερινές συνθήκες δραστηριότητες που έρχονται να συμπληρώσουν ανεπαρκείς δημόσιες λειτουργίες ή πολιτικές. Αποτελούν όμως τον μόνο τομέα δραστηριοτήτων όπου ανοικοδομούνται αλληλέγγυες πρακτικές απέναντι σε κρατικές πολιτικές που επιδιώκουν να καταστρέψουν, και καταστρέφουν, ό,τι θυμίζει κοινωνικούς θεσμούς του παρελθόντος. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου εμφανώς πλέον οι κυρίαρχες στην Ευρώπη πολιτικές δεν είναι πολιτικές λιτότητας που μειώνουν μισθούς και κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά είναι η χώρα όπου οι νεοφιλελεύθεροι πειραματισμοί έχουν πάει ως την εξαφάνιση των βασικών κοινωνικών θεσμών. Οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις στην Ελλάδα είναι λοιπόν υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την οδό των νέων μορφών αλληλέγγυας συσπείρωσης και της κοινωνικής εφευρετικότητας, που θα αποτελέσουν εκ των πραγμάτων την αιχμή των αντιστάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Ημερομηνία λήξης για την ελληνική κτηνοτροφία

Δεν εκπλήσσει ότι κυβέρνηση και τρόικα επιλέγουν να δώσουν τη χαριστική βολή στους έλληνες αγελαδοτρόφους –η διάλυση των παραγωγικών δομών της χώρας είναι βασικός στόχος του Μνημονίου. - See more at: http://left.gr/news/imerominia-lixis-gia-tin-elliniki-ktinotrofia#sthash.ZLBp4spX.dpuf
Δεν εκπλήσσει ότι κυβέρνηση και τρόικα επιλέγουν να δώσουν τη χαριστική βολή στους έλληνες αγελαδοτρόφους –η διάλυση των παραγωγικών δομών της χώρας είναι βασικός στόχος του Μνημονίου.


«Φρέσκο γάλα δέκα ημερών». Η αυθόρμητη αντίδραση στο άκουσμα της φράσης είναι ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Πώς μπορεί να είναι φρέσκο μετά από δέκα μέρες; Η βιομηχανία τροφίμων μάς έχει συνηθίσει βέβαια σε μια γλώσσα που θυμίζει Όργουελ: ένα κίτρινο υγρό εμφανίζεται ως χυμός πορτοκαλιών που μόλις έχουν κοπεί από το δέντρο, κι ένα ψωραλέο κατεψυγμένο κατασκεύασμα αποκαλείται ζουμερό μπιφτέκι από λαχταριστό μοσχαρίσιο κιμά. Την ξέρουμε τη βιομηχανία τροφίμων και σε μεγάλο βαθμό την έχουμε συνηθίσει. Αλλά «φρέσκο» δέκα ημερών; Αυτό πάει πολύ.
Οι αυθόρμητες αντιδράσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ορθές. Το προφανές δεν είναι πάντοτε αληθές. Ωστόσο, αυτή τη φορά η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με το «φρέσκο γάλα δέκα ημερών, είναι ορθή. Κατ’ αρχάς το γάλα που διαρκεί δέκα ημέρες έχει μειωμένη θρεπτική αξία, λόγω διαφορετικής επεξεργασίας από αυτό που πίνουμε σήμερα. Εννοείται ότι δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο, αλλά δεν είναι και της ίδιας ποιοτικής στάθμης –πράγμα που «ξεχνάνε» να αναφέρουν οι ιθύνοντες της κυβέρνησης, της τρόικας και του ΟΟΣΑ.
Η απόφαση για επανακαθορισμό του «φρέσκου» γάλακτος ανοίγει το δρόμο για μαζικές εισαγωγές από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από χώρες με μεγάλη παραγωγή και πιο φτηνό κόστος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό λόγω του περιορισμού της σύντομης ημερομηνίας λήξης. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η κυβέρνηση και η τρόικα για πολλοστή φορά κάνουν την πιο επιβαρυντική για το περιβάλλον επιλογή –ας σκεφτούμε απλά ποιο είναι το ενεργειακό αποτύπωμα της μαζικής οδικής μεταφοράς γάλακτος από την Ολλανδία… Έτσι κι αλλιώς, η κλιματική αλλαγή είναι άγνωστη έννοια για την κυβέρνηση. Λες και η οικολογική κρίση δεν είναι τόσο πιεστική όσο η  οικονομική.
Ούτε βέβαια εκπλήσσει ότι  κυβέρνηση και τρόικα επιλέγουν να δώσουν τη χαριστική βολή στους έλληνες αγελαδοτρόφους –η διάλυση των παραγωγικών δομών της χώρας είναι βασικός στόχος του Μνημονίου. Οι έλληνες παραγωγοί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό από το εξωτερικό. Η Ελλάδα έχει μικρή παραγωγή και το κόστος είναι υψηλό, αφού η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για την τιμή της ενέργειας και των ζωοτροφών. Τα μειονεκτήματα της ελληνικής παραγωγής μέχρι τώρα αντισταθμίζονταν από την  ποιότητα του προϊόντος και την προστασία από τις εισαγωγές που παρείχε η σύντομη ημερομηνία λήξης. Με τη συμφωνία κυβέρνησης τρόικας η κατάσταση ανατρέπεται πλήρως.
Ποιοι κερδίζουν; Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι καταναλωτές θα βγουν κερδισμένοι από τη μειωμένη τιμή του τελικού προϊόντος. Όμως όπως ήδη είπαμε, το γάλα των 10 ημερών δεν είναι ίδιο με αυτό των 5, όποτε συγκρίνονται ανόμοια πράγματα. Επίσης, η μείωση της τιμής θα είναι τόσο μικτή που δεν θα κάνει τη διαφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αν όντως ενδιαφερόταν η κυβέρνηση για τον καταναλωτή θα έσπαγε τις πρακτικές καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών που κρατάνε ψηλά τις τιμές, και θα επιδοτούσε την τιμή του γάλακτος (ως είδους απαραίτητου για την επιβίωση) για τους αδύναμους οικονομικά. Η κυβέρνηση και η τρόικα δεν ενδιαφέρονται για τον καταναλωτή. Αυτό που τους νοιάζει είναι να κάνουν έναν ακόμα δώρο στις γαλακτοβιομηχανίες (εγχώριες και πολυεθνικές) δίνοντας τους τη δυνατότητα πρόσβασης σε φτηνή πρώτη ύλη και απαλλάσσοντας τες από τη διατήρηση δαπανηρών δικτύων συλλογής ελληνικού γάλακτος. Τι κι αν καταστραφούν οι κτηνοτρόφοι; Τι κι αν αποδιαρθρωθεί ακόμα περισσότερο η παραγωγική δομή της χώρας; Τα πάντα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό των μεγάλων συμφερόντων.
Εναπόκειται στους πολίτες να απαντήσουν αν το γάλα των δέκα ημερών μπορεί να λέγεται φρέσκο. Και κυρίως αν θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα.

Πηγη: left.gr
«Φρέσκο γάλα δέκα ημερών». Η αυθόρμητη αντίδραση στο άκουσμα της φράσης είναι ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Πώς μπορεί να είναι φρέσκο μετά από δέκα μέρες; Η βιομηχανία τροφίμων μάς έχει συνηθίσει βέβαια σε μια γλώσσα που θυμίζει Όργουελ: ένα κίτρινο υγρό εμφανίζεται ως χυμός πορτοκαλιών που μόλις έχουν κοπεί από το δέντρο, κι ένα ψωραλέο κατεψυγμένο κατασκεύασμα αποκαλείται ζουμερό μπιφτέκι από λαχταριστό μοσχαρίσιο κιμά. Την ξέρουμε τη βιομηχανία τροφίμων και σε μεγάλο βαθμό την έχουμε συνηθίσει. Αλλά «φρέσκο» δέκα ημερών; Αυτό πάει πολύ.
Οι αυθόρμητες αντιδράσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ορθές. Το προφανές δεν είναι πάντοτε αληθές. Ωστόσο, αυτή τη φορά η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με το «φρέσκο γάλα δέκα ημερών, είναι ορθή. Κατ’ αρχάς το γάλα που διαρκεί δέκα ημέρες έχει μειωμένη θρεπτική αξία, λόγω διαφορετικής επεξεργασίας από αυτό που πίνουμε σήμερα. Εννοείται ότι δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο, αλλά δεν είναι και της ίδιας ποιοτικής στάθμης –πράγμα που «ξεχνάνε» να αναφέρουν οι ιθύνοντες της κυβέρνησης, της τρόικας και του ΟΟΣΑ.
Η απόφαση για επανακαθορισμό του «φρέσκου» γάλακτος ανοίγει το δρόμο για μαζικές εισαγωγές από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από χώρες με μεγάλη παραγωγή και πιο φτηνό κόστος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό λόγω του περιορισμού της σύντομης ημερομηνίας λήξης. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η κυβέρνηση και η τρόικα για πολλοστή φορά κάνουν την πιο επιβαρυντική για το περιβάλλον επιλογή –ας σκεφτούμε απλά ποιο είναι το ενεργειακό αποτύπωμα της μαζικής οδικής μεταφοράς γάλακτος από την Ολλανδία… Έτσι κι αλλιώς, η κλιματική αλλαγή είναι άγνωστη έννοια για την κυβέρνηση. Λες και η οικολογική κρίση δεν είναι τόσο πιεστική όσο η  οικονομική.
Ούτε βέβαια εκπλήσσει ότι  κυβέρνηση και τρόικα επιλέγουν να δώσουν τη χαριστική βολή στους έλληνες αγελαδοτρόφους –η διάλυση των παραγωγικών δομών της χώρας είναι βασικός στόχος του Μνημονίου. Οι έλληνες παραγωγοί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό από το εξωτερικό. Η Ελλάδα έχει μικρή παραγωγή και το κόστος είναι υψηλό, αφού η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για την τιμή της ενέργειας και των ζωοτροφών. Τα μειονεκτήματα της ελληνικής παραγωγής μέχρι τώρα αντισταθμίζονταν από την  ποιότητα του προϊόντος και την προστασία από τις εισαγωγές που παρείχε η σύντομη ημερομηνία λήξης. Με τη συμφωνία κυβέρνησης τρόικας η κατάσταση ανατρέπεται πλήρως.
Ποιοι κερδίζουν; Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι καταναλωτές θα βγουν κερδισμένοι από τη μειωμένη τιμή του τελικού προϊόντος. Όμως όπως ήδη είπαμε, το γάλα των 10 ημερών δεν είναι ίδιο με αυτό των 5, όποτε συγκρίνονται ανόμοια πράγματα. Επίσης, η μείωση της τιμής θα είναι τόσο μικτή που δεν θα κάνει τη διαφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αν όντως ενδιαφερόταν η κυβέρνηση για τον καταναλωτή θα έσπαγε τις πρακτικές καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών που κρατάνε ψηλά τις τιμές, και θα επιδοτούσε την τιμή του γάλακτος (ως είδους απαραίτητου για την επιβίωση) για τους αδύναμους οικονομικά. Η κυβέρνηση και η τρόικα δεν ενδιαφέρονται για τον καταναλωτή. Αυτό που τους νοιάζει είναι να κάνουν έναν ακόμα δώρο στις γαλακτοβιομηχανίες (εγχώριες και πολυεθνικές) δίνοντας τους τη δυνατότητα πρόσβασης σε φτηνή πρώτη ύλη και απαλλάσσοντας τες από τη διατήρηση δαπανηρών δικτύων συλλογής ελληνικού γάλακτος. Τι κι αν καταστραφούν οι κτηνοτρόφοι; Τι κι αν αποδιαρθρωθεί ακόμα περισσότερο η παραγωγική δομή της χώρας; Τα πάντα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό των μεγάλων συμφερόντων.
Εναπόκειται στους πολίτες να απαντήσουν αν το γάλα των δέκα ημερών μπορεί να λέγεται φρέσκο. Και κυρίως αν θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα.
- See more at: http://left.gr/news/imerominia-lixis-gia-tin-elliniki-ktinotrofia#sthash.ZLBp4spX.dpuf
«Φρέσκο γάλα δέκα ημερών». Η αυθόρμητη αντίδραση στο άκουσμα της φράσης είναι ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Πώς μπορεί να είναι φρέσκο μετά από δέκα μέρες; Η βιομηχανία τροφίμων μάς έχει συνηθίσει βέβαια σε μια γλώσσα που θυμίζει Όργουελ: ένα κίτρινο υγρό εμφανίζεται ως χυμός πορτοκαλιών που μόλις έχουν κοπεί από το δέντρο, κι ένα ψωραλέο κατεψυγμένο κατασκεύασμα αποκαλείται ζουμερό μπιφτέκι από λαχταριστό μοσχαρίσιο κιμά. Την ξέρουμε τη βιομηχανία τροφίμων και σε μεγάλο βαθμό την έχουμε συνηθίσει. Αλλά «φρέσκο» δέκα ημερών; Αυτό πάει πολύ.
Οι αυθόρμητες αντιδράσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ορθές. Το προφανές δεν είναι πάντοτε αληθές. Ωστόσο, αυτή τη φορά η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με το «φρέσκο γάλα δέκα ημερών, είναι ορθή. Κατ’ αρχάς το γάλα που διαρκεί δέκα ημέρες έχει μειωμένη θρεπτική αξία, λόγω διαφορετικής επεξεργασίας από αυτό που πίνουμε σήμερα. Εννοείται ότι δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο, αλλά δεν είναι και της ίδιας ποιοτικής στάθμης –πράγμα που «ξεχνάνε» να αναφέρουν οι ιθύνοντες της κυβέρνησης, της τρόικας και του ΟΟΣΑ.
Η απόφαση για επανακαθορισμό του «φρέσκου» γάλακτος ανοίγει το δρόμο για μαζικές εισαγωγές από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από χώρες με μεγάλη παραγωγή και πιο φτηνό κόστος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό λόγω του περιορισμού της σύντομης ημερομηνίας λήξης. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η κυβέρνηση και η τρόικα για πολλοστή φορά κάνουν την πιο επιβαρυντική για το περιβάλλον επιλογή –ας σκεφτούμε απλά ποιο είναι το ενεργειακό αποτύπωμα της μαζικής οδικής μεταφοράς γάλακτος από την Ολλανδία… Έτσι κι αλλιώς, η κλιματική αλλαγή είναι άγνωστη έννοια για την κυβέρνηση. Λες και η οικολογική κρίση δεν είναι τόσο πιεστική όσο η  οικονομική.
Ούτε βέβαια εκπλήσσει ότι  κυβέρνηση και τρόικα επιλέγουν να δώσουν τη χαριστική βολή στους έλληνες αγελαδοτρόφους –η διάλυση των παραγωγικών δομών της χώρας είναι βασικός στόχος του Μνημονίου. Οι έλληνες παραγωγοί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό από το εξωτερικό. Η Ελλάδα έχει μικρή παραγωγή και το κόστος είναι υψηλό, αφού η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για την τιμή της ενέργειας και των ζωοτροφών. Τα μειονεκτήματα της ελληνικής παραγωγής μέχρι τώρα αντισταθμίζονταν από την  ποιότητα του προϊόντος και την προστασία από τις εισαγωγές που παρείχε η σύντομη ημερομηνία λήξης. Με τη συμφωνία κυβέρνησης τρόικας η κατάσταση ανατρέπεται πλήρως.
Ποιοι κερδίζουν; Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι καταναλωτές θα βγουν κερδισμένοι από τη μειωμένη τιμή του τελικού προϊόντος. Όμως όπως ήδη είπαμε, το γάλα των 10 ημερών δεν είναι ίδιο με αυτό των 5, όποτε συγκρίνονται ανόμοια πράγματα. Επίσης, η μείωση της τιμής θα είναι τόσο μικτή που δεν θα κάνει τη διαφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αν όντως ενδιαφερόταν η κυβέρνηση για τον καταναλωτή θα έσπαγε τις πρακτικές καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών που κρατάνε ψηλά τις τιμές, και θα επιδοτούσε την τιμή του γάλακτος (ως είδους απαραίτητου για την επιβίωση) για τους αδύναμους οικονομικά. Η κυβέρνηση και η τρόικα δεν ενδιαφέρονται για τον καταναλωτή. Αυτό που τους νοιάζει είναι να κάνουν έναν ακόμα δώρο στις γαλακτοβιομηχανίες (εγχώριες και πολυεθνικές) δίνοντας τους τη δυνατότητα πρόσβασης σε φτηνή πρώτη ύλη και απαλλάσσοντας τες από τη διατήρηση δαπανηρών δικτύων συλλογής ελληνικού γάλακτος. Τι κι αν καταστραφούν οι κτηνοτρόφοι; Τι κι αν αποδιαρθρωθεί ακόμα περισσότερο η παραγωγική δομή της χώρας; Τα πάντα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό των μεγάλων συμφερόντων.
Εναπόκειται στους πολίτες να απαντήσουν αν το γάλα των δέκα ημερών μπορεί να λέγεται φρέσκο. Και κυρίως αν θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα.
- See more at: http://left.gr/news/imerominia-lixis-gia-tin-elliniki-ktinotrofia#sthash.ZLBp4spX.dpuf
«Φρέσκο γάλα δέκα ημερών». Η αυθόρμητη αντίδραση στο άκουσμα της φράσης είναι ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Πώς μπορεί να είναι φρέσκο μετά από δέκα μέρες; Η βιομηχανία τροφίμων μάς έχει συνηθίσει βέβαια σε μια γλώσσα που θυμίζει Όργουελ: ένα κίτρινο υγρό εμφανίζεται ως χυμός πορτοκαλιών που μόλις έχουν κοπεί από το δέντρο, κι ένα ψωραλέο κατεψυγμένο κατασκεύασμα αποκαλείται ζουμερό μπιφτέκι από λαχταριστό μοσχαρίσιο κιμά. Την ξέρουμε τη βιομηχανία τροφίμων και σε μεγάλο βαθμό την έχουμε συνηθίσει. Αλλά «φρέσκο» δέκα ημερών; Αυτό πάει πολύ.
Οι αυθόρμητες αντιδράσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ορθές. Το προφανές δεν είναι πάντοτε αληθές. Ωστόσο, αυτή τη φορά η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με το «φρέσκο γάλα δέκα ημερών, είναι ορθή. Κατ’ αρχάς το γάλα που διαρκεί δέκα ημέρες έχει μειωμένη θρεπτική αξία, λόγω διαφορετικής επεξεργασίας από αυτό που πίνουμε σήμερα. Εννοείται ότι δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο, αλλά δεν είναι και της ίδιας ποιοτικής στάθμης –πράγμα που «ξεχνάνε» να αναφέρουν οι ιθύνοντες της κυβέρνησης, της τρόικας και του ΟΟΣΑ.
Η απόφαση για επανακαθορισμό του «φρέσκου» γάλακτος ανοίγει το δρόμο για μαζικές εισαγωγές από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από χώρες με μεγάλη παραγωγή και πιο φτηνό κόστος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό λόγω του περιορισμού της σύντομης ημερομηνίας λήξης. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η κυβέρνηση και η τρόικα για πολλοστή φορά κάνουν την πιο επιβαρυντική για το περιβάλλον επιλογή –ας σκεφτούμε απλά ποιο είναι το ενεργειακό αποτύπωμα της μαζικής οδικής μεταφοράς γάλακτος από την Ολλανδία… Έτσι κι αλλιώς, η κλιματική αλλαγή είναι άγνωστη έννοια για την κυβέρνηση. Λες και η οικολογική κρίση δεν είναι τόσο πιεστική όσο η  οικονομική.
Ούτε βέβαια εκπλήσσει ότι  κυβέρνηση και τρόικα επιλέγουν να δώσουν τη χαριστική βολή στους έλληνες αγελαδοτρόφους –η διάλυση των παραγωγικών δομών της χώρας είναι βασικός στόχος του Μνημονίου. Οι έλληνες παραγωγοί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό από το εξωτερικό. Η Ελλάδα έχει μικρή παραγωγή και το κόστος είναι υψηλό, αφού η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για την τιμή της ενέργειας και των ζωοτροφών. Τα μειονεκτήματα της ελληνικής παραγωγής μέχρι τώρα αντισταθμίζονταν από την  ποιότητα του προϊόντος και την προστασία από τις εισαγωγές που παρείχε η σύντομη ημερομηνία λήξης. Με τη συμφωνία κυβέρνησης τρόικας η κατάσταση ανατρέπεται πλήρως.
Ποιοι κερδίζουν; Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι καταναλωτές θα βγουν κερδισμένοι από τη μειωμένη τιμή του τελικού προϊόντος. Όμως όπως ήδη είπαμε, το γάλα των 10 ημερών δεν είναι ίδιο με αυτό των 5, όποτε συγκρίνονται ανόμοια πράγματα. Επίσης, η μείωση της τιμής θα είναι τόσο μικτή που δεν θα κάνει τη διαφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αν όντως ενδιαφερόταν η κυβέρνηση για τον καταναλωτή θα έσπαγε τις πρακτικές καρτέλ των γαλακτοβιομηχανιών που κρατάνε ψηλά τις τιμές, και θα επιδοτούσε την τιμή του γάλακτος (ως είδους απαραίτητου για την επιβίωση) για τους αδύναμους οικονομικά. Η κυβέρνηση και η τρόικα δεν ενδιαφέρονται για τον καταναλωτή. Αυτό που τους νοιάζει είναι να κάνουν έναν ακόμα δώρο στις γαλακτοβιομηχανίες (εγχώριες και πολυεθνικές) δίνοντας τους τη δυνατότητα πρόσβασης σε φτηνή πρώτη ύλη και απαλλάσσοντας τες από τη διατήρηση δαπανηρών δικτύων συλλογής ελληνικού γάλακτος. Τι κι αν καταστραφούν οι κτηνοτρόφοι; Τι κι αν αποδιαρθρωθεί ακόμα περισσότερο η παραγωγική δομή της χώρας; Τα πάντα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό των μεγάλων συμφερόντων.
Εναπόκειται στους πολίτες να απαντήσουν αν το γάλα των δέκα ημερών μπορεί να λέγεται φρέσκο. Και κυρίως αν θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα.
- See more at: http://left.gr/news/imerominia-lixis-gia-tin-elliniki-ktinotrofia#sthash.ZLBp4spX.dpuf

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Εναλλακτικά δίκτυα διάθεσης τροφής: περιβαλλοντική και πολιτική σημασία


της ΙΩΑΝΝΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
και του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ


Τα εναλλακτικά δίκτυα τροφής (alternative food networks) αναπτύχθηκαν ραγδαία τα τελευταία 30 χρόνια, κυρίως ως απάντηση στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα διανομής της τροφής και αναζητήθηκε τρόπος επανασύνδεσης των παραγωγών της τροφής και των καταναλωτών της.  Βασική τους αρχή ήταν η βιώσιμη καλλιεργητική πρακτική αλλά και η άρθρωση νέων πολιτικών σχέσεων και νέων μορφών διαχείρισης της αγοράς.
To φαινόμενο των τοπικών αγορών-άμεσων αγορών σε Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Ιαπωνία αναπτύχθηκε μέσα από διάφορες μορφές με κυρίαρχη την Υποστηριζόμενη από Κοινότητες Γεωργία (Community Supported Agriculture-CSA).
Οι CSA αποτελούν διαφόρων τύπων σχήματα όπου οι καταναλωτές έρχονται σε άμεση σχέση με τους παραγωγούς. Αυτά μπορεί να διαμορφώνονται με μια λογική προσανατολισμένη κυρίως  «προς τον αγρότη», όπου οι καταναλωτές προαγοράζουν μερίδιο από τη παραγωγή του αγρότη ή απλά αγοράζουν την παραγωγή του σε σταθερή βάση ή αλλιώς διαμορφώνονται με λογική «προς τον καταναλωτή», όπου καταναλωτές και παραγωγοί δημιουργούν κοινά συνεργατικά σχήματα με στόχο τον από κοινού σχεδιασμό και υλοποίηση της παραγωγής.
Οι λόγοι που οδήγησαν στα εναλλακτικά δίκτυα διακίνησης της τροφής, όπου βασικό χαρακτηριστικό είναι η αμεσότητα στην σχέση παραγωγού- καταναλωτή, είναι πολλοί. Σχετίζονται με την ανάγκη των ανθρώπων στη πόλη να έχουν ασφαλή διατροφή (που αυτό συνδέεται με την προτίμηση τέτοιων σχημάτων στη βιολογική γεωργία) σε καλές τιμές και με την ανάγκη των παραγωγών να έχουν μία όσο γίνεται εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και αγορά για τα προϊόντα τους. Σχετίζονται με την ανάπτυξη του οικολογικού κινήματος και με τις αιτιάσεις του στη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος κατά την διακίνηση, την διατήρηση της αγροβιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων, την αντίσταση κυρίως της μικρής κλίμακας παραγωγών στην σαρωτική εκβιομηχάνιση της γεωργίας και του αγροδιατροφικού συστήματος καθώς και την απεξάρτηση από μεταλλαγμένα και αγροχημικά στην παραγωγή. Το κύριο όμως συστατικό αυτών των  άμεσων τρόπων διάθεσης αποτελεί η επανασύσταση της κοινότητας και μάλιστα σε δημοκρατική βάση καθώς και η επανασύνδεση με την παραγωγή. Σύνδεση που γίνεται με τρόπο ώστε η παραγωγή να ελέγχεται και να σχεδιάζεται από μία δημοκρατικά οργανωμένη κοινότητα στη βάση των αναγκών της.
Εξετάζοντας την ιστορική συνέχεια στη δομή και λειτουργία όλου του πλέγματος παραγωγής τροφής σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, μπορεί να ειπωθεί πως ενώ αρχικά η αγροτική παραγωγή ήταν κατά κύριο λόγο μη εμπορευματοποιημένη και προσανατολισμένη στη τοπική αγορά, αργότερα εμπορευματοποιήθηκε και στράφηκε σε πιο μακρινές αγορές. Παράλληλα η αύξηση στο μέγεθος της πόλης συνέτεινε αλλαγές όπως: α) μικροί λαχανόκηποι μέσα στις πόλεις εξαφανίστηκαν, β) στο περιαστικό χώρο μειώθηκε η καλλιέργεια και γ) η αγροτική παραγωγή εντατικοποιήθηκε.
Συνέπεια αυτού ήταν να διαχωριστεί πλήρως η παραγωγή με τη κατανάλωση, ο καταναλωτής να μην έχει γνώση για τη ταυτότητα του παραγωγού και του προϊόντος,  η πόλη να είναι εξαρτώμενη διατροφικά, ο παραγωγός να μη λαμβάνει άμεση απόκριση από τον καταναλωτή και τελικά να ισχυροποιείται ο διαμεσολαβητής (έμπορος ή κρατικός υπάλληλος) θέτοντας τους κανόνες της παραγωγής. Ακόμα η ανάπτυξη των υπεραγορών και εγκαθίδρυση του σύγχρονου καταναλωτικού μοντέλου και των σύγχρονων μορφών διατροφής (για την Ελλάδα, η απομάκρυνση από την παραδοσιακή μεσογειακή ελληνική διατροφή), καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο παραγωγής, τα παραγόμενα προϊόντα και στην αλυσίδα της αξίας είναι αυτές  που καθορίζουν εν τέλει την τιμή του προϊόντος και όχι ο παραγωγός του. Θα συμπεράνει κανείς λοιπόν ότι η αγροτική παραγωγή τροποποιήθηκε μάλλον σαν συνέπεια των αλλαγών στην πόλη και όχι από πρωτοβουλία ή σχεδιασμό από την πλευρά των παραγωγών- δίχως αυτή η αλληλεπίδραση να είναι αναγκαία επιζήμια, αλλά θέτοντας πολλά ερωτήματα ως προς το ποιος καθορίζει τι και για ποιον.
Η αλλαγή λοιπόν αυτής της κατάστασης μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την επανασύσταση κοινοτήτων -καταναλωτών και παραγωγών- δημοκρατικά διαρθρωμένων και θα ξεκινήσει όπως φαίνεται -και πάλι- από την πόλη προς την ύπαιθρο. Συνεπώς σχήματα όπως CSA, οι τοπικές αγορές παραγωγών, τα «καλάθια», τα δίκτυα παραγωγών- καταναλωτών, οι αγορές χωρίς μεσάζοντες και πολλά ακόμα, βρίσκονται στη πλευρά της λύσης.
Ειδικά στην Ελλάδα οι συνθήκες ήταν αρκετά ιδιόμορφες λόγω συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Από τη μία, η αλλαγή από τη μη εμπορευματοποιημένη αγροτική παραγωγή στην εμπορευματοποιημένη καθυστέρησε σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη και μεγάλος πληθυσμός στη πόλη συνεχίζει να έχει κάποια  υλική σχέση με την γεωργία. Ακόμα η κουλτούρα της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης και η δημιουργία αντίστοιχων δομών παρέμενε, μέχρι πρόσφατα, στο πλαίσιο της οικογένειας ή μικρών κοινωνικών ομάδων. Από την άλλη, η κατάσταση στην ύπαιθρο είναι περισσότερο εξαρτώμενη από την πόλη και τους διαμεσολαβητές, αφού δεν υπάρχει σημαντική οργάνωση των παραγωγών για την διακίνηση της παραγωγής τους. Ο γεωργός- παραγωγός της τροφής- δεν αντιλαμβάνεται την «εξουσία» που έχει πάνω στην παραγωγή του. Η κουλτούρα που έχει διαμορφωθεί οδηγεί τον γεωργό στο να εξαρτάται από τον μεσάζοντα, που θα έρθει στο κτήμα να του πάρει την παραγωγή. Δεν αντιμετωπίζει ο ίδιος ο γεωργός την παραγωγή του ανεξάρτητα από τα υπάρχοντα μεσιτικά δίκτυα.
Οι πρώτοι παραγωγοί εν Ελλάδι, τα τελευταία 20 χρόνια, που πέρα από έναν άλλο τρόπο παραγωγής, την βιολογική γεωργία, επέλεξαν και ένα άλλο τρόπο διάθεσης των προϊόντων τους, ήταν οι βιοκαλλιεργητές. Σε μια χώρα που η άμεση διάθεση της τροφής δεν προβλέπεται από καμία νομοθεσία, αυτή η μερίδα των παραγωγών συναντήθηκε με τις τοπικές κοινωνίες και τα κινήματα των ενεργών πολιτών και καταναλωτών και δημιούργησε τις πρώτες σύγχρονες αγορές χωρίς μεσάζοντες, τις αγορές των βιοκαλλιεργητών. Δεν ήταν μόνο το προϊόν που διαφοροποίησε αυτές τις αγορές, αλλά κυρίως το ότι αποτελούταν από τους ίδιους τους παραγωγούς, οι οποίοι σε καθημερινή βάση έφερναν ότι παρήγαγαν στους καταναλωτές της πόλης.
Οψεις ενός πρόσφατα αναπτυσσόμενου φαινομένου στην Ελλάδα
Η πρόσφατη ανάπτυξη του κινήματος των αγορών χωρίς μεσάζοντες, που ξεκίνησε πολύ δυναμικά το 2011 στην Ελλάδα, μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μορφών άμεσων αγορών και κύτταρα επανασύστασης μία κοινοτικότητας σε δημοκρατική βάση. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτού του κινήματος για την Ελλάδα, ήταν ότι εμφανίστηκε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και προσπάθησε να απαντήσει στις βασικές διατροφικές ανάγκες του κόσμου στηριζόμενο όμως στην εγχώρια παραγωγή. Άρχισαν λοιπόν πολλοί να αναζητούν τι παράγει σήμερα αυτός ο τόπος αλλά και τι παραγωγικές ικανότητες έχει σε περιόδους κρίσης για  να θρέψει τον κόσμο και όχι για να εξυπηρετήσει το αγροδιατροφικό λόμπυ και την «ανάπτυξη». Το κίνημα αυτό αναζητεί ντόπιους παραγωγούς και επιθυμεί να βάζει και ποιοτικά χαρακτηριστικά στην παραγωγή. Το κίνημα χωρίς μεσάζοντες μπορεί να θέσει στο επίκεντρο το ουσιαστικό ζήτημα μιας αγροδιατροφικής πολιτικής που επί δεκαετίες απουσιάζει από την χώρα μας. Δηλαδή: ποια παραγωγή, από ποιόν και για τις ανάγκες ποιού.
Όπως πριν από χρόνια τα κινήματα της πόλης για τους ελεύθερους χώρους, το πράσινο, την ποιότητα ζωής έθεσαν ως στόχο να πάρουν οι κάτοικοι την πόλη στα χέρια τους, έτσι και σήμερα το κίνημα χωρίς μεσάζοντες θέτει ως στόχο τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης με την τροφή και την παραγωγή της. Θέτει, από την δική του σκοπιά, ζητήματα σχετικά με την παραγωγική ανασυγκρότηση ώστε να μπορέσει η χώρα αυτή και ο κόσμος της να βγουν από την κρίση με αξιοπρέπεια και προοπτική. Τα κινήματα πόλης κάνουν ένα ποιοτικό άλμα και καλούνται να αποκτήσουν μία πιο οργανωμένη και μαζική δημοκρατική δομή αλλα/και κυρίως τη πραγματική σύνδεσή τους με την αγροτική παραγωγή. Και βέβαια εδώ μπαίνουν τα ερωτήματα: με ποιους αγρότες, με ποιο τρόπο σε ποιο πλαίσιο. Επίσης με ποιο τρόπο θα υπάρξει σύνδεση με όλη την αλυσίδα παραγωγής τροφίμου. Είναι σχετικά πιο εύκολο με αυτούς που παράγουν άμεσα βρώσιμα προϊόντα π.χ. κηπευτικά και όσπρια. Αλλά τι γίνεται με άλλα προϊόντα που χρειάζονται μεταποίηση. Τι γίνεται με εκείνα τα προϊόντα που δεν χρησιμοποιούνται για τροφή αλλά σχετίζονται με την βιομηχανία, όπως τα κλωστικά. Με ποιο τρόπο θα διασφαλίζεται η ποιότητα. Πως θα γίνεται η μεταφορά. Πως θα μπορούσε διαφορετικές ομάδες στη πόλη να συνδεθούν με μία κοινή ομάδα παραγωγών από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας ώστε και η μία πλευρά να εξασφαλίσει όλες τις ανάγκες και η άλλη πλήρη διάθεση. Πως θα διασφαλιστεί η σταθερή και συνεχή παραγωγή. Πως θα μπορούσαν να γίνουν συνέργιες μεταξύ πόλης και υπαίθρου ώστε να υπάρξουν νέες οικονομικές δραστηριότητες. Πως μπορούμε να συνδεθούμε με πολίτες και παραγωγούς άλλων χωρών. Και τελικά πως όλα αυτά θα υλοποιηθούν με ένα τρόπο λειτουργία δημοκρατικό και συνεργατικό.
Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν θεωρητικά. Θα απαντηθούν μέσα από τις ανάγκες που διαμορφώνονται στη πράξη. Εκεί η θεωρία και η δράση μπορούν να ενοποιηθούν σε μία διαυγή πράξη. Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία ενός νέου τρόπου χάραξης πολιτικής που δεν θα είναι ακαδημαϊκού και διαχειριστικού χαρακτήρα αλλά που θα διαμορφωθεί μέσα από τη κινηματική δράση. Απαιτείται  λοιπόν επαναπροσέγγιση των ζητημάτων της πόλης και της υπαίθρου με μια άλλη πλέον οπτική, η δημιουργία εκείνων των εργαλείων που θα κάνουν κάτι τέτοιο εφικτό και η δόμηση συνεργατικών σχημάτων προς αυτές τις κατευθύνσεις.