Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλληλεγγύη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλληλεγγύη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Για την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα, το πανεπιστήμιο των αναγκών μας και την κοινωνία των ονείρων μας


Ένα φλέγον ζήτημα το οποίο διαχρονικά αποτελούσε αντικείμενο συζήτησης σε επίπεδο δημόσιου διαλόγου και κεντρική πολιτικής σκηνής είναι το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης Η φύση του αντικειμένου μας, απαιτεί τον έντονο προβληματισμό μας πάνω στους τρόπους με τους οποίους πρέπει να αναπτυχθεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, πάνω σε ποιες προτεραιότητες και ποιες ανάγκες θα εξυπηρετεί καθώς και ποιες σχέσεις στο εσωτερικό της παραγωγικής διαδικασίας, θα υποστηρίζει.

Η έννοια της παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να είναι αποσυνδεδεμένη από την κατεύθυνση ενός εναλλακτικού μοντέλου αγροτικής ανάπτυξης το οποίο και οραματιζόμαστε. Δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από ένα γενικό υπόδειγμα οικονομίας πάνω στην οποία στοχεύουμε. Ενός υποδείγματος οικονομίας δηλαδή, που πρωταρχικά θα απαντάει στις βασικές κοινωνικές ανάγκες των υποτελών τάξεων, θα σέβεται τους φυσικούς πόρους, θα προστατεύει τη βιοποικιλότητα, θα παράγει ποιοτικά προϊόντα που θα αλλάζουν τα πρότυπα κατανάλωσης και διατροφής, ενώ θα ενθαρρύνει τις ελεύθερες συλλογικές μορφές παραγωγής (συνεταιρισμοί). Ο οικολογικός και παραγωγικός μετασχηματισμός, χρειάζεται να γίνει σε όφελος των παραγωγών, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Διαφωνούμε λοιπόν με όσους αντιλαμβάνονται την αγροτική παραγωγή ως έναν καταδικασμένο τομέα, ο οποίος πρέπει να αναδιαμορφωθεί αποκλειστικά στη βάση της εξασφάλισης της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού προϊόντος.

Το πανεπιστήμιο σε σύνδεση με την κοινωνία και όχι ξεκομμένο από αυτή


Εδώ και περίπου 5 χρόνια με αφορμή και αιτία την ανθρωπιστική κρίση δημιουργήθηκαν σε όλη τη χώρα αλληλέγγυες δομές τροφής: κοινωνικές κουζίνες και παντοπωλεία, αγορές χωρίς μεσάζοντες, συνεταιρισμοί, ομάδες παραγωγών, αλληλέγγυες - συλλογικές καλλιέργειες. Σε πρώτο επίπεδο ο στόχος τους είναι η αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης, πρωτοφανούς για περίοδο “ειρήνης” που μαζί με τα κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, ωδεία κ.λπ έχουν απλώσει ένα δίχτυ ασφάλειας στη δοκιμαζόμενη κοινωνία. Το δεύτερο επίπεδο αφορά στις πολιτικές διεκδικήσεις ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας: την αυτοοργάνωση από την παραγωγή και τη διάθεση τροφής μέχρι την κατανάλωση, την ενεργή αντίσταση στη δικτατορία της τροφής όπως ορίζεται από τον κλάδο των σούπερ μάρκετ, των μεσαζόντων και των εταιρειών που διαχειρίζονται από τα γεωργικά εφόδια και τους πόρους μέχρι τη διακίνηση των προϊόντων. Τα εγχειρήματα αυτά δεν είναι αυτόνομα από τον καπιταλισμό. Άλλωστε ο καπιταλισμός ούτε παρακάμπτεται με τη δημιουργία “κλειστών” συστημάτων, ούτε εξωραΐζεται με “ωραίες” ιδέες. Αποτελούν όμως υποδείγματα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Τέτοια κινήματα μπορεί να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας κοινωνίας πιο δίκαιης, πλάι στις άλλες οργανώσεις των εργαζομένων και του λαού. Γι’ αυτό και εμείς ως γεωπόνοι οφείλουμε να έχουμε ενεργό συμμετοχή σε τέτοιες κινήσεις και να συμβάλουμε με τις γνώσεις μας με σεβασμό στο περιβάλλον και στο κοινωνικό δικαίωμα της πρόσβασης σε υγιεινά τρόφιμα. Καθώς και να συμβάλουμε στην προσπάθεια εδραίωσης ενός παραγωγικού, κοινωνικού και διατροφικού προτύπου, που θα βασίζεται στην αντιμετώπιση της τροφής ως κοινωνικό αγαθό και την αειφόρο ανάπτυξη και αυτό γιατί όπως τότε με το ΕΑΜ έτσι και τώρα: “Όταν αφήνεις το λαό να πεθαίνει στους δρόμους, να κουρελιαστεί ψυχικά και σωματικά, και λες έπειτα πως θα κάνεις στον κατάλληλο καιρό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, είσαι ένας συνειδητός απατεώνας και συνεργάτης του εχθρού. Γιατί είναι σα να λες πως θα βάλεις ένα κουφάρι να πολεμήσει”. Να διώξουμε, λοιπόν, τους “μεσάζοντες” από τη ζωή μας, να “σπείρουμε” το σπόρο μιας άλλης κοινωνίας. 

Ωραία, εμείς τι κάνουμε;



Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δούμε σε πρώτη φάση δύο θέματα. Πρώτον, πώς οικοδομείται η σχέση του επιστήμονα με την κοινωνία στο πανεπιστήμιο των αναγκών μας. Θέλουμε έναν επιστήμονα - γεωπόνο που θα παράγει γνώση και έρευνα με κοινωνικό προσανατολισμό και δεν θα λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, αλλά ούτε θα προσφέρει “γνώση για τη γνώση”. Άρα, είναι αναγκαίο να ανοίξει μια κουβέντα ανάμεσα σε φοιτητές και καθηγητές για το πρόγραμμα σπουδών και τους άξονες με τους οποίους πρέπει να καταρτίζεται αυτό, δηλαδή στις γνώσεις που πρέπει να αποκτηθούν και στον κοινωνικό ρόλο του γεωπόνου. Δεύτερον, για εμάς το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι ένας ελεύθερος κοινωνικός χώρος, χώρος αμφισβήτησης του κυρίαρχου και δημιουργίας, μέσα στο οποίο, όπως και στην κοινωνία, θα υπάρχουν δομές αυτοοργάνωσης με την ενεργό συμμετοχή κομματιών που ζουν και εργάζονται στο πανεπιστήμιο όπως διοικητικοί, καθηγητές, φύλακες κλπ. Μόνο έτσι μπορεί να εννοηθεί η κοινωνική διάσταση του πανεπιστημίου, όταν βρίσκεται σε σύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες πάνω σε δομές, εγχειρήματα και κινήματα που οικοδομούνται σε αυτή.






Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Δυνατότητες και δυσκολίες του συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής

του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν

Κοινωνική - Αλληλέγγυα Οικονομία
1. Εισαγωγή
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με την αλληλέγγυα οικονομία κατά τη σημερινή περίοδο, είναι πλέον γεγονός οτι η συζήτηση για τον χαρακτήρα της έχει εκ των πραγμάτων βρεθεί στο επίκεντρο των αναζητήσεων για τις κατευθύνσεις που μπορεί και πρέπει να ακολουθήσουν οι κοινωνικές κινητοποιήσεις, όπως και για το ρόλο των πρωτοβουλιών της αλληλέγγυας οικονομίας (ΑΟ) στο περιεχόμενο και τις μεθόδους ενός αριστερού προγράμματος. Η ΑΟ ανανεώνει την ίδια την έννοια της αλληλεγγύης. Θέτει το ζήτημα της δημιουργίας συλλογικοτήτων που αναλαμβάνουν οικονομικές δραστηριότητες, σε σύγκρουση όχι μόνο με την κυρίαρχη πολιτική, αλλά και με τις πρακτικές της αγοράς και του καπιταλισμού. Ανανεώνει και δοκιμάζει την ιδέα των δημοκρατικών διαδικασιών για την οργάνωση και υλοποίηση παραγωγικών δραστηριοτήτων και προσφοράς υπηρεσιών, εφαρμόζει εξισωτικές μορφές αμοιβής της εργασίας, επιβάλλει νέες ισορροπίες ανάμεσα στις προσωπικές και κοινωνικές λογικές, ανάμεσα στο υλικά και ηθικά κίνητρα.

Η ΑΟ είναι ένα πολύπλευρο κοινωνικό κίνημα, το οποίο συνδέεται από την άποψη των αρχών και των μεθόδων του με το κίνημα των “αγανακτισμένων”, αλλά προκαλεί αμηχανία, ή και αρνητικές αντιδράσεις, στα τμήματα της αριστεράς που παραμένουν προσκολλημένα σε στρατηγικές ανατροπής του καπιταλισμού όπου ο έλεγχος των κοινωνικών κινημάτων από επαναστατικά κόμματα και η κατάληψη από τα εν λόγω κόμματα της κρατικής εξουσίας, αποτελούν τη μοναδική και απαρέγκλιτη οδό. Αυτές οι αντιδράσεις δεν έρχονται μόνο αντιμέτωπες με τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών κινημάτων, αλλά και με την ανερχόμενη στην κοινωνία πεποίθηση ότι τα αιτήματα και οι προτάσεις των κινητοποιήσεων και πρωτοβουλιών θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης της κοινωνίας και της οικονομίας που θα διαδεχθεί την εποχή της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας.

2. Η αλλαγή του περιεχομένου της αλληλεγγύης

Γνωρίζουμε πλέον καλά ότι στο πλαίσιο πρωτοβουλιών υποστήριξης ατόμων ή ομάδων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα τοποθετήσεις που αντιπροτείνουν τις διεκδικήσεις από τις κρατικές υπηρεσίες ή την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε αυτές να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σε σχέση με αυτή την προσέγγιση το σημαντικό δεν είναι μόνο να αντιτάξει κανείς μια “πραγματιστική” λογική, η οποία να αναγνωρίζει την ύπαρξη των αλληλέγγυων πρωτοβουλιών. Χρειάζεται επίσης να εξηγήσει ότι ο καπιταλισμός σήμερα δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη συνεχή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και της φτώχειας, αλλά και από τη συνεχή άνοδο του μορφωτικού επιπέδου, τη διεύρυνση των δημιουργικών και παραγωγικών ικανοτήτων του πληθυσμού, ιδιαίτερα των νεότερων γενεών. Έτσι, η αλληλεγγύη που αφορά φτωχούς εργαζόμενους ή άνεργους δεν αποτελεί απλά υποστήριξη περιθωριοποιημένων οικονομικά ατόμων, αλλά αποτελεί κατά κύριο λόγο τη μέθοδο κοινωνικής και πολιτικής ενεργοποίησής τους και αξιοποίησης των γνώσεων, των ικανοτήτων και της δημιουργικότητάς τους.

Η προσέγγιση της αλληλεγγύης από τη σκοπιά των θεσμών του κοινωνικού κράτους στο πλαίσιο του φορντιστικού καπιταλισμού, πολύ δε περισσότερο η αντιμετώπιση των σημερινών κινήσεων αλληλεγγύης ως πρωτοβουλιών ανασύστασης αυτών των θεσμών, παραβλέπει πριν απ’όλα ότι η νεοφιλελεύθερη στρατηγική έχει σοβαρά υποβαθμίσει ή καταστρέψει τις δραστηριότητες του κοινωνικού κράτους. Παραβλέπει όμως και ότι ακόμα και αυτό το πρότυπο καπιταλισμού (αυτό που οι περισσότεροι εννοούν ως ανάπτυξη), δεν αντιμετώπιζε κρίσιμα ζητήματα όπως οι κοινωνικές ανισότητες, η αυταρχική διοίκηση της παραγωγής και της οικονομίας, η άρνηση της καθολικής εκπαίδευσης και της ισότιμης διάχυσης γνώσης και πληροφοριών, η καταστροφή του περιβάλλοντος με τη ανάλωση πόρων και την διασπορά αποβλήτων και επικίνδυνων χημικών ουσιών. Σήμερα, επομένως, η ανασύσταση κοινωνικών θεσμών δεν μπορεί να αγνοήσει το σύνολο αυτών των κριτικών του φορντισμού (και της ανάπτυξης), από τη στιγμή μάλιστα που οι κριτικές αυτές αποτελούν μέρος της θεματολογίας κοινωνικών κινημάτων, τα οποία και συγκροτούν νέες προσεγγίσεις της αλληλεγγύης.

Ο εργαζομενος που οικοδομεί και θα οικοδομήσει δομές αλληλεγγύης δεν είναι πλέον ο εργάτης του τεϋλορικού καταμερισμού εργασίας (στον οποίο βασίστηκε ο φορντιστικός καπιταλισμός), και για τον οποίο φτιάχτηκε το κοινωνικό κράτος όπως το ξέρουμε. Ο σημερινός εργαζόμενος, ο οποίος απασχολείται σε μεγάλο ποσοστό σε συνθήκες ανασφάλειας, μεγάλης κινητικότητας, αυθαίρετα χαμηλών αμοιβών, ενώ γνωρίζει επαναλαμβανόμενες περιόδους ανεργίας, είναι ταυτοχρόνως μορφωμένος, με ένα επίπεδο και τομέα ειδίκευσης, με πολλές δεξιότητες που αποκτήθηκαν λόγω πολλαπλών θέσεων και αναγκαστικών πρωτοβουλιών σε υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας , και έχει την ανάγκη αλλά και την ικανότητα να παρέμβει σε μια γκάμα θεμάτων πολύ ευρύτερη από την “παραδοσιακή” διαπραγμάτευση άμεσου και έμμεσου μισθού. Είναι ικανός να σκεφτεί και να οργανώσει αλληλέγγυες πρωτοβουλίες που έχουν σχέση με την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών, να υποστηρίξει με τους συναδέλφους του την εφαρμογή δημοκρατικών μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης, να επεξεργαστεί συλλογικά προτάσεις για ευρύτερες θεσμικές λειτουργίες και σχεδιασμούς οικονομικών δραστηριοτήτων.

3. Κοινωνική Οικονομία ή Αλληλέγγυα Οικονομία;

Σχετικά με τη διαφορά Κοινωνικής Οικονομίας και Αλληλέγγυας Οικονομίας, υπάρχει σε ένα μέρος τουλάχιστον της βιβλιογραφίας μια ευρύτατα αποδεκτή άποψη που λέει ότι η πρώτη αφορά δραστηριότητες με κοινωνικούς στόχους που δεν επιδιώκουν μια ρήξη με το καπιταλιστικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη κάνει επιλογές ως προς τις δραστηριότητες και τις μεθόδους της που επιδιώκουν τη ρήξη με αυτό το περιβάλλον. Η αλήθεια είναι οτι στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, υπάρχει ένας ορατός διαχωρισμός. Από τη μία μεριά οργανώσεις με κοινωνικό σκοπό, που δραστηριοποιούνται συμπληρωματικά ως προς τις κοινωνικές υπηρεσίες ή τις δημόσιες υπηρεσίες, και δεν επιδιώκουν κάτι παραπάνω, ούτε εφαρμόζουν εξισωτικές μεθόδους διοίκησης και οργάνωσης. Και από την άλλη οργανώσεις οι οποίες εντάσσονται, λόγω των δραστηριοτήτων αλλά και των μεθόδων τους, σε λογικές ρήξης με το καπιταλιστικό περιβάλλον, είτε πρόκειται για πρωτοβουλίες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα στις συνθήκες της κοινωνικής κρίσης, είτε για οργανώσεις που υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια (στην Ισπανία ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο) διατηρώντας αυτά τα χαρακτηριστικά κριτικής του καπιταλισμού.

Παρά την υπαρκτή διαφοροποίηση μεταξύ των δύο παραπάνω κατηγοριών, πρέπει να δεχθούμε ότι πρόκειται για έναν ενιαίο χώρο. Ενιαίο, από την άποψη της διαθεσιμότητας, στον ώριμο και ύστερο καπιταλισμό, ανθρώπων που έχουν τη γενική πρόθεση αλλά και την πρακτική ικανότητα να οργάνωσουν δραστηριότητες που υπηρετούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Ανεξάρτητα αν υιοθετούν μεταρρυθμιστικές λογικές ή λογικές ρήξης, έχουν ως αφετηρία τη διαθεσιμότητα για την παρέμβαση στον κοινωνικό τομέα, στον τομέα του περιβάλλοντος, ή και στον τομέα της διεθνούς αλληλεγγύης. Η παρέμβαση αυτή αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα του θεσμικού τοπίου, προϊόν αυτής της διαθεσιμότητας, που μερικά καπιταλιστικά κράτη επέλεξαν να υποστηρίξουν. Είναι γεγονός ότι ο νεοφιλελευθερισμός θεώρησε ευπρόσδεκτη τόσο πρακτικά, όσο και θεωρητικά, αυτή την εξέλιξη, ενσωματώνοντας την “κοινωνική επιχειρηματικότητα” στην απαξίωση του δημοσίου χώρου. Και είναι επίσης γεγονός ότι υπήρξαν και υπάρχουν “κοινωνικές πρωτοβουλίες” που υπηρέτησαν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, υλοποιώντας τις αντίστοιχες πολιτικές ή αξιοποιώντας τις πελατειακές πρακτικές των κυβερνήσεων.

Για να αξιολογηθεί όμως η σχέση του φαινομένου της διαθεσιμότητας για ανεξάρτητη ανάληψη δραστηριοτήτων κοινωνικού σκοπού, με τις πολιτικές των κυβερνήσεων κατά την τρέχουσα φάση του καπιταλισμού, πρέπει να γίνει κατανοητός ο συγκρουσιακός χαρακτήρας αυτής της σχέσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση αποτελεί τη μέθοδο με την οποία η εξουσία του κεφαλαίου αντιμετωπίζει κατά κύριο λόγο το φαινόμενο της “μαζικής διανοητικότητας”, της επέκτασης δηλαδή σε μεγάλες μερίδες του πληθυσμού της γνωστικής ικανότητας, και επομένως της ικανότητας προς δράση, σε σχέση με τα σημαντικά οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Είναι κύριο χαρακτηριστικό αυτής της διαχείρισης η προσπάθεια αξιοποίησης, από τη μια μεριά της μαζικής εφευρετικότητας και αδρανοποίησης, και από την άλλη της έμπρακτης κριτικής που μπορεί να εμπεριέχει. Οι κοινωνικές πρωτοβουλίες για ανεξάρτητη δράση δεν διαμορφώνονται για να υπηρετήσουν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά η μόνιμη ενασχόληση της εξουσίας του κεφαλαίου με τον έλεγχο όλων των προϊόντων της μαζικής διανοητικότητας μπορεί να καταλήξει στην ενσωμάτωση ή την αδρανοποίησή τους, χωρίς αυτό να είναι μοιραίο ή να συμβαίνει στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

4. Η αριστερά και η Αλληλέγγυα Οικονομία

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, η νεοφιλελεύθερη διαχείριση έχει οδηγήσει στην ουσιαστική αποδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου που φαινόταν πρίν μερικά χρόνια να έχει τη δυνατότητα να εδραιώσει και να βελτιώσει το κοινωνικό κράτος. Στην Ελλάδα ειδικότερα, όπου οι επιπτώσεις αυτής της διαχείρισης προς όφελος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου έχουν φθάσει σε πιό προχωρημένο στάδιο, πραγματοποιείται επίσης μια προσαρμογή και των υπόλοιπων θεσμικών λειτουργιών που αφορούν τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, προς την κατεύθυνση της εγκατάλειψης ακόμα και συνολικών στόχων σε επίπεδο εθνικής οικονομίας και της εξυπηρέτησης μεμονωμένων κεφαλαιούχων ή ειδικών προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, μια κατεύθυνση η οποία υπηρετείται επίσης από την κατάργηση κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικών κατακτήσεων. Η δημιουργία ενός κινήματος αποκατάστασης δικαιωμάτων, και κάλυψης κοινωνικών και παραγωγικών αναγκών, είναι αδύνατη χωρίς την εφεύρεση απο κοινωνικές πρωτοβουλίες νέων θεσμών, την ανανέωση των λειτουργιών σε υπαρκτούς θεσμούς με παρεμβάσεις εργαζομένων και ενδιαφερομένων κοινωνικών ομάδων, και την εγκαθίδρυση διαδικασιών δημοκρατικού ορισμού από τη βάση της κοινωνίας, τόσο του περιεχομένου των αναγκών, όσο και των ευρύτερων επιλογών για την ικανοποίησή τους.

Ο σχεδιασμός επομένως της ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης, των κοινωνικών θεσμών και των περιβαλλοντικών πολιτικών, που δεν μπορεί παρά να βασιστεί σε θεσμικές λειτουργίες οι οποίες έρχονται σε ρήξη με τις λογικές του κεφαλαίου, θα είναι αναγκαστικά το αποτέλεσμα της ανάδειξης ενός νέου τύπου δομών έκφρασης πολιτικών επιλογών, που αν αναπτυχθούν θα εξελιχθούν σε μορφές δυαδικής εξουσίας. Η διαπραγμάτευση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου με το κεφάλαιο δεν έχει σήμερα κανένα νόημα, ενώ η μεταβολή εκ των άνω των κοινωνικών συμμαχιών τις οποίες υπηρετεί το κράτος, είναι αδύνατη χωρίς την οργανωμένη παρέμβαση των “από κάτω”, η οποία δεν θα αρκεστεί στη διατύπωση διεκδικήσεων, αλλά θα ορίσει ανάγκες, στόχους και μεθόδους για την επίτευξή τους, επιτυγχάνοντας συγχρόνως τη σύσταση νέων συμμαχιών και την αναμόρφωση των δημόσιων λειτουργιών. Θα πρόκειται για μια ριζική αναμόρφωση, καθώς οι δημόσιες υπηρεσίες θα πάψουν να υπηρετούν την υπάρχουσα κοινωνική ιεραρχία και τις μεθόδους εξασφάλισης της αναπαραγωγής της, αλλά θα υπηρετήσουν τον σχεδιασμό που προέκυψε από το συντονισμό δημοκρατικών αποφάσεων στη βάση της κοινωνίας, στην οποία ανήκουν και οι εργαζόμενοι σε αυτές τις υπηρεσίες, όπως και οι κοινωνικές ομάδες που εξυπηρετούνται από αυτές. Στο χώρο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, η παρέμβαση των εργαζομένων μπορεί να πάρει τη μορφή της αυτοδιαχείρισης επιχειρήσεων που κλείνουν, του ελέγχου των επιλογών και των μεθόδων στο επίπεδο των επιχειρήσεων , ή και της διαπραγμάτευσης με εκπροσώπους των επιχειρηματιών, στο πλαίσιο του συντονισμού των πρωτοβουλιών της βάσης της κοινωνίας για τον σχεδιασμό των παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών κατευθύνσεων πολιτικής.

Η μορφή που μπορεί να πάρει η δυναμική της διαμόρφωσης μορφών δυαδικής εξουσίας, η δημιουργία δηλαδή από κοινωνικά κινήματα, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, των δομών και θεσμών που περιλαμβάνουν τα βασικά χαρακτηριστικά του διάδοχου καθεστώτος και στηρίζονται σε κοινωνικές συμμαχίες που κάνουν δυνατή τη μετάβαση σε αυτό το καθεστώς, αποτελεί βασικό ζητούμενο της ανατρεπτικής στρατηγικής. Μέρος της παραδοσιακής αριστεράς δεν συμμερίζεται αυτή την προβληματική, ούτε δίνει απαντήσεις στα σχετικά ερωτήματα. Πρόκειται για οργανώσεις και ομάδες οι οποίες αφήνουν σε ένα μαύρο κουτί το πώς θα συνδεθούν κοινωνικά αιτήματα και μορφές οργάνωσης της ικανοποίησης αυτών των αιτημάτων, αλλά και συνεχιζόμενης έκφρασης των αναγκών και του ελέγχου της εξουσίας σε ένα νέο κοινωνικό σχηματισμό. Στην πραγματικότητα ξεκινούν από εκεί που άφησε το θέμα η Τρίτη Διεθνής, με την προσέγγιση της “επανάστασης” από την πλευρά της κατάληψης του υπάρχοντος κρατικού μηχανισμού, σύμφωνα με ένα μοντέλο που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με αυτή την “κρατιστική” προσέγγιση δεν συνδέεται η διαδικασία της ανατροπής με τη διαδικασία επίτευξης κατακτήσεων των κινημάτων, ποσοτικών και θεσμικών, αλλά με μια διαδικασία επίτευξης της ιδεολογικής κυριαρχίας η οποία αναμένεται να επιτρέψει, με μεθόδους που είναι ασαφείς, την κατάληψη της εξουσίας και την εφαρμογή ενός προγράμματος του οποίου κανείς δεν περιγράφει τα χαρακτηριστικά. Η εμμονή αυτής της μερίδας της αριστεράς στο δίδυμο έξοδος απο το Ευρώ και στάση πληρωμών, αποτελεί τον κοινό παρονομαστή προσεγγίσεων που συνδυάζουν έναν ιδεολογικό ριζοσπαστισμό με την προγραμματική σύγχηση. Δεν κατανοεί οτι η διαπραγμάτευση με τους δανειστές θα είναι σε κάθε περίπτωση αναπόφευκτη και οτι το ζητούμενο είναι ένας συσχετισμός δυνάμεων που μόνο αν οικοδομηθεί σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο από τα ίδια τα κοινωνικά κινήματα μπορεί να ανατρέψει την κυριαρχία των δανειστών. Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην πεποίθηση οτι μπορεί να διαμορφωθεί ένα πολιτικό κίνημα κατά του Ευρώ και της ΕΕ, το οποίο όμως δεν θα βασίζεται σε ένα πρόγραμμα κάλυψης των αναγκών που είναι σήμερα ορατές, ή των αναγκών που θα προκύψουν με την έξοδο από το Ευρώ και τη στάση πληρωμών. Αγνοείται επομένως η ανάγκη να συγκροτηθούν κινήματα και να επιβληθούν πρακτικές, που θα προετοιμάσουν την κοινωνία για μια περίοδο σύγκρουσης και διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και ανασυγκρότησης της οικονομίας και των κοινωνικών θεσμών με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, παραγωγικής επάρκειας και αποτελεσματικής στρατηγικής προστασίας του περιβάλλοντος.

5. Οι δυναμικές της Αλληλέγγυας Οικονομίας
Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι ως τώρα διαμορφωμένες δομές αλληλεγγύης, οι οποίες μπορεί να χαρακτηριστούν συστατικά μιας αλληλέγγυας οικονομίας, αποτελούν σήμερα μορφές δυαδικής εξουσίας. Μπορεί όμως κανείς να ισχυριστεί ότι η δυναμική αυτών των δομών αλληλέγγυας οικονομίας οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Κι αυτό διότι οι δομές αυτές εμπεριέχουν τα στοιχεία οργανωμένων κοινωνικών κινητοποιήσεων, οι οποίες θέτουν στόχους που επιδιώκουν να επηρεάσουν το ορισμό των αναγκών, τις νέες μεθόδους ικανοποίησής τους και τους τρόπους σύνδεσής τους με ευρύτερες πολιτικές. Τα κοινωνικά ιατρεία, οι προσφορές προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, οι οργανωμένες αντιστάσεις σε περιβαλλοντικά ζητήματα, η υποστήριξη αστέγων ή ανέργων σε θέματα σίτισης ή στέγασης, αποτελούν υπαρκτές δραστηριότητες που έχουν ενταχθεί στις κοινωνικές κινητοποιήσεις και έχουν εκ των πραγμάτων θέσει ζητήματα προγραμματικών παρεμβάσεων σε όλους αυτούς τους τομείς.

Τα κοινωνικά ιατρεία
 που δημιουργήθηκαν για να καλύψουν τις ανάγκες πρωτοβάθμιας περίθαλψης ανασφάλιστων μεταναστών και ελλήνων εργαζομένων, λειτουργούν με την εθελοντική προσφορά εργασίας ιατρών, νοσηλευτών ή πολιτών, με δωρεές φαρμάκων και εξοπλισμού, και χρηματικές προσφορές ή εισπράξεις ειδικών εκδηλώσεων. Η δραστηριότητά τους αυτή δεν αναδεικνύει μόνο το πρόβλημα της ανασφάλιστης εργασίας, της ανεργίας, των αλλοδαπών χωρίς χαρτιά και της άρνησης από το δημόσιο της δωρεάν περίθαλψης για τις αντίστοιχες κατηγορίες ανθρώπων. Αναδεικνύει επίσης ένα σοβαρό έλλειμμα πρωτοβάθμιας περίθαλψης για το σύνολο του πληθυσμού. Τα μέτωπα που ανοίγονται, επομένως, απαιτούν την παράλληλη κινητοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων στον τομέα της υγείας, τη δραστηριοποίηση των ίδιων των ενδιαφερόμενων εργαζόμενων και πολιτών, και τον περαιτέρω συντονισμό δράσης όλων αυτών, για την επεξεργασία προγραμματικών στόχων σχετικά με την υγεία, τον χαρακτήρα και την ποιότητα των υπηρεσιών, τους αναγκαίους πόρους και τις ανάγκες σε υποδομές και προσωπικό. Ένας τέτοιος προσανατολισμός της συλλογικής δράσης, στην οποία θα πρέπει να συμμετάσχουν και οι υπάλληλοι του αρμόδιου υπουργείου, όπως και μελετητικές ομάδες του τομέα της υγείας, μπορεί να οδηγήσει τόσο στην επεξεργασία μιας εναλλακτικής πολιτικής, όσο και στη δημιουργία δομών με καθοριστικό ρόλο σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό αυτής της πολιτικής.

Η οργάνωση της προσφοράς αγροτικών προϊόντων “χωρίς μεσάζοντες” είναι σήμερα μια ισχυρή τάση με στόχο τη μείωση των τιμών, και επομένως του κόστους της διατροφής σε όλη την Ελλάδα, ενώ συνδέεται και με δραστηριότητες προσφοράς δωρεάν προϊόντων σε ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού. Η περαιτέρω ανάπτυξη τέτοιων δικτύων είναι σημαντική, καθώς μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο των προσπαθειών για την κάλυψη άμεσων αναγκών σε περίπτωση ραγδαίας επιδείνωσης της ανεργίας και της μείωσης εισοδημάτων. Η προσφορά προϊόντων “χωρίς μεσάζοντες”, όμως, μπορεί να αποτελέσει και την κινητήρια δύναμη μιας ανταγωνιστικής προσφοράς εγχώριων προϊόντων, αλλά και της δυνατότητας να επηρεαστεί αυξητικά η εγχώρια παραγωγή απο την εγχώρια ζήτηση, με αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα και την θετική επίδραση επί της εξοικονόμησης καυσίμων. Η σταθεροποίηση των σχέσεων σε τοπικές κοινωνίες των παραγωγών και των καταναλωτών, μέσω αντίστοιχων οργανώσεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης, μπορεί να αποτελέσει την οδό για το σχεδιασμό πολιτικής, για την κατά τόπους αγροτική παραγωγή και την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων.

Οι κινητοποιήσεις σε τοπικό επίπεδο εναντίον των φαραωνικών επενδύσεων στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που καταστρέφουν φυσικούς πόρους και αλλοιώνουν χαρακτηριστικά ολόκληρων περιοχών, συνοδεύονται κατά κανόνα από επεξεργασίες εναλλακτικών προτάσεων σχετικά με τον ενεργειακό σχεδιασμό, στις οποίες συμμετέχουν συχνά ομάδες επιστημόνων των τοπικών πανεπιστημίων. Οι αντιδράσεις αυτές δεν λαμβάνουν τη μορφή απλών αρνήσεων. Είναι σαφές ότι όσοι κινητοποιούνται, συνειδητοποιούν τη σημασία του ενεργειακού σχεδιασμού και της σύνδεσής του τόσο με τα τοπικά ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος, όσο και με την πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Μπορούν έτσι να διαμορφωθούν νέου τύπου δομές έκφρασης της λαϊκής θέλησης σχετικά με τα περιβαλλοντικά ζητήματα, οι οποίες να συνδυάζουν τις δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, με την αξιοποίηση εμπειρογνωμοσύνης, και προοπτικά, το συντονισμό των προτάσεων σε ευρύτερες περιοχές και σε εθνικό επίπεδο.

Η προσφορά δωρεάν σίτισης σε ανέργους και αστέγους 
αποτελεί προνοιακή δραστηριότητα η οποία αναπτύσεται με γρήγορους ρυθμούς και θα χρειαστεί να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο στο προσεχές μέλλον. Είναι μια δραστηριότητα η οποία πρέπει να συνδυαστεί με δράσεις στον τομέα της στέγασης και της προσφοράς κοινών χώρων, ώστε να υποστηρίζεται όχι απλά η επιβίωση, αλλά και η κοινωνική ενεργοποίηση, σε δραστηριότητες αλληλεγγύης, και σε δραστηριότητες που έχουν σχέση με την πρόσβαση στον πολιτισμό και την εκπαίδευση. Η περίοδος που βρίσκεται μπροστά μας θα έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα σε ότι αφορά την ανεργία και τη φτώχεια. Χρειάζεται να ενισχυθεί η δημιουργία ενός πανελλαδικού δικτύου τέτοιων παρεμβάσεων, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα να αποτυπώσουν και να ικανοποιήσουν τις τοπικές ανάγκες, να κινητοποιήσουν τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και να συμβάλουν στη διαμόρφωση εθνικής πολιτικής σε αυτό τον τομέα.

Παράλληλα, η ΒΙΟΜΕΤ στη Θεσσαλονίκη, η Δωδώνη στην Ήπειρο και η ΣΕΚΑΠ στη Θράκη, θέτουν το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης απέναντι στην εγκατάλειψη παραγωγικών μονάδων από την εργοδοσία, ή την διαλυτική πορεία των Μνημονίων για τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Ένα πλήθος συνεταιριστικών πρωτοβουλιών σε όλη την Ελλάδα, δείχνει οτι η οδός της οικονομικής δραστηριότητας που βασίζεται στις αρχές της αλληλέγγυας οικονομίας, του συνδυασμού δηλαδή ενός σκοπού που βρίσκεται εκτός των λογικών της αγοράς και της κεδροφορίας, και μεθόδων διοίκησης δημοκρατικών και εξισωτικών, έχει πλέον εγγραφεί στην ελληνική κοινωνία ως μια επιλογή που κινητοποιεί έναν αυξανόμενο αριθμό αριθμό ανθρώπων.

Οι πρωτοβουλίες αλληλέγγυας οικονομίας δεν αποτελούν στις σημερινές συνθήκες δραστηριότητες που έρχονται να συμπληρώσουν ανεπαρκείς δημόσιες λειτουργίες ή πολιτικές. Αποτελούν όμως τον μόνο τομέα δραστηριοτήτων όπου ανοικοδομούνται αλληλέγγυες πρακτικές απέναντι σε κρατικές πολιτικές που επιδιώκουν να καταστρέψουν, και καταστρέφουν, ό,τι θυμίζει κοινωνικούς θεσμούς του παρελθόντος. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου εμφανώς πλέον οι κυρίαρχες στην Ευρώπη πολιτικές δεν είναι πολιτικές λιτότητας που μειώνουν μισθούς και κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά είναι η χώρα όπου οι νεοφιλελεύθεροι πειραματισμοί έχουν πάει ως την εξαφάνιση των βασικών κοινωνικών θεσμών. Οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις στην Ελλάδα είναι λοιπόν υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την οδό των νέων μορφών αλληλέγγυας συσπείρωσης και της κοινωνικής εφευρετικότητας, που θα αποτελέσουν εκ των πραγμάτων την αιχμή των αντιστάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Μαζί θα τους φάμε! από το χωράφι ως το πιάτο παράγω - μοιράζομαι - αντιστέκομαι

Πρόκειται για συλλογικότητες, οι οποίες δραστηριοποιούνται στο κίνημα χωρίς μεσάζοντες, ενισχύουν νοικοκυριά με τρόφιμα, οργανώνουν κοινωνικές κουζίνες, δημιουργούν κοινωνικά παντοπωλεία, συνεταιρισμούς καταναλωτών αλλά και παραγωγών, διαμορφώνουν σχέσεις εμπιστοσύνης με ομάδες αλληλέγγυων παραγωγών και συλλογικούς αγρούς, δημιουργώντας ένα πανελλαδικό δίκτυο ενάντια στην πείνα, την ακρίβεια και την εξαθλίωση.

Οι δεκάδες αυτο-οργανωμένες συλλογικότητες που αντιστέκονται στη μετατροπή της κοινωνίας μας σε “παράπλευρη απώλεια” των μνημονιακών πολιτικών, συναντιούνται για πρώτη φορά στις 29-30 Μαρτίου στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Εναλλακτικά δίκτυα διάθεσης τροφής: περιβαλλοντική και πολιτική σημασία


της ΙΩΑΝΝΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
και του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ


Τα εναλλακτικά δίκτυα τροφής (alternative food networks) αναπτύχθηκαν ραγδαία τα τελευταία 30 χρόνια, κυρίως ως απάντηση στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα διανομής της τροφής και αναζητήθηκε τρόπος επανασύνδεσης των παραγωγών της τροφής και των καταναλωτών της.  Βασική τους αρχή ήταν η βιώσιμη καλλιεργητική πρακτική αλλά και η άρθρωση νέων πολιτικών σχέσεων και νέων μορφών διαχείρισης της αγοράς.
To φαινόμενο των τοπικών αγορών-άμεσων αγορών σε Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Ιαπωνία αναπτύχθηκε μέσα από διάφορες μορφές με κυρίαρχη την Υποστηριζόμενη από Κοινότητες Γεωργία (Community Supported Agriculture-CSA).
Οι CSA αποτελούν διαφόρων τύπων σχήματα όπου οι καταναλωτές έρχονται σε άμεση σχέση με τους παραγωγούς. Αυτά μπορεί να διαμορφώνονται με μια λογική προσανατολισμένη κυρίως  «προς τον αγρότη», όπου οι καταναλωτές προαγοράζουν μερίδιο από τη παραγωγή του αγρότη ή απλά αγοράζουν την παραγωγή του σε σταθερή βάση ή αλλιώς διαμορφώνονται με λογική «προς τον καταναλωτή», όπου καταναλωτές και παραγωγοί δημιουργούν κοινά συνεργατικά σχήματα με στόχο τον από κοινού σχεδιασμό και υλοποίηση της παραγωγής.
Οι λόγοι που οδήγησαν στα εναλλακτικά δίκτυα διακίνησης της τροφής, όπου βασικό χαρακτηριστικό είναι η αμεσότητα στην σχέση παραγωγού- καταναλωτή, είναι πολλοί. Σχετίζονται με την ανάγκη των ανθρώπων στη πόλη να έχουν ασφαλή διατροφή (που αυτό συνδέεται με την προτίμηση τέτοιων σχημάτων στη βιολογική γεωργία) σε καλές τιμές και με την ανάγκη των παραγωγών να έχουν μία όσο γίνεται εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και αγορά για τα προϊόντα τους. Σχετίζονται με την ανάπτυξη του οικολογικού κινήματος και με τις αιτιάσεις του στη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος κατά την διακίνηση, την διατήρηση της αγροβιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων, την αντίσταση κυρίως της μικρής κλίμακας παραγωγών στην σαρωτική εκβιομηχάνιση της γεωργίας και του αγροδιατροφικού συστήματος καθώς και την απεξάρτηση από μεταλλαγμένα και αγροχημικά στην παραγωγή. Το κύριο όμως συστατικό αυτών των  άμεσων τρόπων διάθεσης αποτελεί η επανασύσταση της κοινότητας και μάλιστα σε δημοκρατική βάση καθώς και η επανασύνδεση με την παραγωγή. Σύνδεση που γίνεται με τρόπο ώστε η παραγωγή να ελέγχεται και να σχεδιάζεται από μία δημοκρατικά οργανωμένη κοινότητα στη βάση των αναγκών της.
Εξετάζοντας την ιστορική συνέχεια στη δομή και λειτουργία όλου του πλέγματος παραγωγής τροφής σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, μπορεί να ειπωθεί πως ενώ αρχικά η αγροτική παραγωγή ήταν κατά κύριο λόγο μη εμπορευματοποιημένη και προσανατολισμένη στη τοπική αγορά, αργότερα εμπορευματοποιήθηκε και στράφηκε σε πιο μακρινές αγορές. Παράλληλα η αύξηση στο μέγεθος της πόλης συνέτεινε αλλαγές όπως: α) μικροί λαχανόκηποι μέσα στις πόλεις εξαφανίστηκαν, β) στο περιαστικό χώρο μειώθηκε η καλλιέργεια και γ) η αγροτική παραγωγή εντατικοποιήθηκε.
Συνέπεια αυτού ήταν να διαχωριστεί πλήρως η παραγωγή με τη κατανάλωση, ο καταναλωτής να μην έχει γνώση για τη ταυτότητα του παραγωγού και του προϊόντος,  η πόλη να είναι εξαρτώμενη διατροφικά, ο παραγωγός να μη λαμβάνει άμεση απόκριση από τον καταναλωτή και τελικά να ισχυροποιείται ο διαμεσολαβητής (έμπορος ή κρατικός υπάλληλος) θέτοντας τους κανόνες της παραγωγής. Ακόμα η ανάπτυξη των υπεραγορών και εγκαθίδρυση του σύγχρονου καταναλωτικού μοντέλου και των σύγχρονων μορφών διατροφής (για την Ελλάδα, η απομάκρυνση από την παραδοσιακή μεσογειακή ελληνική διατροφή), καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο παραγωγής, τα παραγόμενα προϊόντα και στην αλυσίδα της αξίας είναι αυτές  που καθορίζουν εν τέλει την τιμή του προϊόντος και όχι ο παραγωγός του. Θα συμπεράνει κανείς λοιπόν ότι η αγροτική παραγωγή τροποποιήθηκε μάλλον σαν συνέπεια των αλλαγών στην πόλη και όχι από πρωτοβουλία ή σχεδιασμό από την πλευρά των παραγωγών- δίχως αυτή η αλληλεπίδραση να είναι αναγκαία επιζήμια, αλλά θέτοντας πολλά ερωτήματα ως προς το ποιος καθορίζει τι και για ποιον.
Η αλλαγή λοιπόν αυτής της κατάστασης μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την επανασύσταση κοινοτήτων -καταναλωτών και παραγωγών- δημοκρατικά διαρθρωμένων και θα ξεκινήσει όπως φαίνεται -και πάλι- από την πόλη προς την ύπαιθρο. Συνεπώς σχήματα όπως CSA, οι τοπικές αγορές παραγωγών, τα «καλάθια», τα δίκτυα παραγωγών- καταναλωτών, οι αγορές χωρίς μεσάζοντες και πολλά ακόμα, βρίσκονται στη πλευρά της λύσης.
Ειδικά στην Ελλάδα οι συνθήκες ήταν αρκετά ιδιόμορφες λόγω συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Από τη μία, η αλλαγή από τη μη εμπορευματοποιημένη αγροτική παραγωγή στην εμπορευματοποιημένη καθυστέρησε σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη και μεγάλος πληθυσμός στη πόλη συνεχίζει να έχει κάποια  υλική σχέση με την γεωργία. Ακόμα η κουλτούρα της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης και η δημιουργία αντίστοιχων δομών παρέμενε, μέχρι πρόσφατα, στο πλαίσιο της οικογένειας ή μικρών κοινωνικών ομάδων. Από την άλλη, η κατάσταση στην ύπαιθρο είναι περισσότερο εξαρτώμενη από την πόλη και τους διαμεσολαβητές, αφού δεν υπάρχει σημαντική οργάνωση των παραγωγών για την διακίνηση της παραγωγής τους. Ο γεωργός- παραγωγός της τροφής- δεν αντιλαμβάνεται την «εξουσία» που έχει πάνω στην παραγωγή του. Η κουλτούρα που έχει διαμορφωθεί οδηγεί τον γεωργό στο να εξαρτάται από τον μεσάζοντα, που θα έρθει στο κτήμα να του πάρει την παραγωγή. Δεν αντιμετωπίζει ο ίδιος ο γεωργός την παραγωγή του ανεξάρτητα από τα υπάρχοντα μεσιτικά δίκτυα.
Οι πρώτοι παραγωγοί εν Ελλάδι, τα τελευταία 20 χρόνια, που πέρα από έναν άλλο τρόπο παραγωγής, την βιολογική γεωργία, επέλεξαν και ένα άλλο τρόπο διάθεσης των προϊόντων τους, ήταν οι βιοκαλλιεργητές. Σε μια χώρα που η άμεση διάθεση της τροφής δεν προβλέπεται από καμία νομοθεσία, αυτή η μερίδα των παραγωγών συναντήθηκε με τις τοπικές κοινωνίες και τα κινήματα των ενεργών πολιτών και καταναλωτών και δημιούργησε τις πρώτες σύγχρονες αγορές χωρίς μεσάζοντες, τις αγορές των βιοκαλλιεργητών. Δεν ήταν μόνο το προϊόν που διαφοροποίησε αυτές τις αγορές, αλλά κυρίως το ότι αποτελούταν από τους ίδιους τους παραγωγούς, οι οποίοι σε καθημερινή βάση έφερναν ότι παρήγαγαν στους καταναλωτές της πόλης.
Οψεις ενός πρόσφατα αναπτυσσόμενου φαινομένου στην Ελλάδα
Η πρόσφατη ανάπτυξη του κινήματος των αγορών χωρίς μεσάζοντες, που ξεκίνησε πολύ δυναμικά το 2011 στην Ελλάδα, μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μορφών άμεσων αγορών και κύτταρα επανασύστασης μία κοινοτικότητας σε δημοκρατική βάση. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτού του κινήματος για την Ελλάδα, ήταν ότι εμφανίστηκε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και προσπάθησε να απαντήσει στις βασικές διατροφικές ανάγκες του κόσμου στηριζόμενο όμως στην εγχώρια παραγωγή. Άρχισαν λοιπόν πολλοί να αναζητούν τι παράγει σήμερα αυτός ο τόπος αλλά και τι παραγωγικές ικανότητες έχει σε περιόδους κρίσης για  να θρέψει τον κόσμο και όχι για να εξυπηρετήσει το αγροδιατροφικό λόμπυ και την «ανάπτυξη». Το κίνημα αυτό αναζητεί ντόπιους παραγωγούς και επιθυμεί να βάζει και ποιοτικά χαρακτηριστικά στην παραγωγή. Το κίνημα χωρίς μεσάζοντες μπορεί να θέσει στο επίκεντρο το ουσιαστικό ζήτημα μιας αγροδιατροφικής πολιτικής που επί δεκαετίες απουσιάζει από την χώρα μας. Δηλαδή: ποια παραγωγή, από ποιόν και για τις ανάγκες ποιού.
Όπως πριν από χρόνια τα κινήματα της πόλης για τους ελεύθερους χώρους, το πράσινο, την ποιότητα ζωής έθεσαν ως στόχο να πάρουν οι κάτοικοι την πόλη στα χέρια τους, έτσι και σήμερα το κίνημα χωρίς μεσάζοντες θέτει ως στόχο τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης με την τροφή και την παραγωγή της. Θέτει, από την δική του σκοπιά, ζητήματα σχετικά με την παραγωγική ανασυγκρότηση ώστε να μπορέσει η χώρα αυτή και ο κόσμος της να βγουν από την κρίση με αξιοπρέπεια και προοπτική. Τα κινήματα πόλης κάνουν ένα ποιοτικό άλμα και καλούνται να αποκτήσουν μία πιο οργανωμένη και μαζική δημοκρατική δομή αλλα/και κυρίως τη πραγματική σύνδεσή τους με την αγροτική παραγωγή. Και βέβαια εδώ μπαίνουν τα ερωτήματα: με ποιους αγρότες, με ποιο τρόπο σε ποιο πλαίσιο. Επίσης με ποιο τρόπο θα υπάρξει σύνδεση με όλη την αλυσίδα παραγωγής τροφίμου. Είναι σχετικά πιο εύκολο με αυτούς που παράγουν άμεσα βρώσιμα προϊόντα π.χ. κηπευτικά και όσπρια. Αλλά τι γίνεται με άλλα προϊόντα που χρειάζονται μεταποίηση. Τι γίνεται με εκείνα τα προϊόντα που δεν χρησιμοποιούνται για τροφή αλλά σχετίζονται με την βιομηχανία, όπως τα κλωστικά. Με ποιο τρόπο θα διασφαλίζεται η ποιότητα. Πως θα γίνεται η μεταφορά. Πως θα μπορούσε διαφορετικές ομάδες στη πόλη να συνδεθούν με μία κοινή ομάδα παραγωγών από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας ώστε και η μία πλευρά να εξασφαλίσει όλες τις ανάγκες και η άλλη πλήρη διάθεση. Πως θα διασφαλιστεί η σταθερή και συνεχή παραγωγή. Πως θα μπορούσαν να γίνουν συνέργιες μεταξύ πόλης και υπαίθρου ώστε να υπάρξουν νέες οικονομικές δραστηριότητες. Πως μπορούμε να συνδεθούμε με πολίτες και παραγωγούς άλλων χωρών. Και τελικά πως όλα αυτά θα υλοποιηθούν με ένα τρόπο λειτουργία δημοκρατικό και συνεργατικό.
Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν θεωρητικά. Θα απαντηθούν μέσα από τις ανάγκες που διαμορφώνονται στη πράξη. Εκεί η θεωρία και η δράση μπορούν να ενοποιηθούν σε μία διαυγή πράξη. Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία ενός νέου τρόπου χάραξης πολιτικής που δεν θα είναι ακαδημαϊκού και διαχειριστικού χαρακτήρα αλλά που θα διαμορφωθεί μέσα από τη κινηματική δράση. Απαιτείται  λοιπόν επαναπροσέγγιση των ζητημάτων της πόλης και της υπαίθρου με μια άλλη πλέον οπτική, η δημιουργία εκείνων των εργαλείων που θα κάνουν κάτι τέτοιο εφικτό και η δόμηση συνεργατικών σχημάτων προς αυτές τις κατευθύνσεις.